Ads 468x68px

Η αληθινή απολογία του Σωκράτη


ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ


§ 1. Όσο μιλούσαν οι κατήγοροι (ο Μέλητος με την ψιλή φωνή και τα γυναικίστικα κουνήματα, νευρικός σαν αηδόνι, ο Άνυτος με τα μεγάλ' αφτιά και τα ρουθούνια γιομάτα τρίχες, ο Αύκων με τα στενά κροτάφια και τη θολή ματιά), οι δικαστάδες καθισμένοι κατάχαμα, σταβροπόδι κι ανακούρκουδα, μασουλούσανε πασατέμπο και φτιούσανε τα τσόφλια στο σβέρκο του μπροστινού. Οι πιο πολλοί ξαπλωμένοι δίπλα και κάνοντας μαξιλάρι τα παπούτσια τους ρουχαλίζανε ρυθμικά. Κι ο Σωκράτης κοίταζε ψηλά τον ανοιξιάτικο ουρανό και κάπου κάπου σιγότριβε το ζερβί του γόνα, που τόνε σουγλούσε. Μ' όλο το σούσουρο, που γινότανε, μ' όλη τη βόχα, που βγάζανε τόσα ξαναμμένα κορμιά και χαλασμένα στομάχια, τα κατάφερνε ν' ακούει τα χαρούμενα πουλιά, που τιτιβίζανε στα τριγυρινά πεύκα και να οσμίζεται τη μυρωδιά της ρετσίνας, του σκίνου και του θυμαριού, που ανάδινεν η χέρσα γης.
§ 2. Άμα τέλειωσαν οι κατήγοροι, γίνηκε μεμιάς βαθύτητα τη σιωπή, λες και βούλιαξε ο τόπος με τα κοτρώνια, τα δέντρα και τους ανθρώπους μέσα σε μιαν ατέλειωτη πηγάδα και τους σκέπασε όλους το νερό, δυο μπόγια. Κρατώντας όλοι την ανάσα τους καρφώσανε τα μάτια πάνου στο Σωκράτη περίεργοι να ιδούνε με τι τσαλίμια θα προσπαθούσε να τουμπάρει το Νόμο.
§ 3. Άμα σταματήσει ο μύλος τα μεσάνυχτα, ξυπνάει ο μυλωνάς. Ο Σωκράτης, μ' όλη τη σιωπή, που τον έσφιξε μονοκόμματη κι από παντού, μήτε ξύπνησε, μήτε κουνήθηκε. Κάποιος μαθητής τόνε τράβηξε από το μανίκι: «Δάσκαλε! η σειρά σου». Μονάχα τότε ο Δάσκαλος γύρισε κ' είδε σαστισμένος όλο κείνο τ' ανθρωπομάνι. Δυσκολεύτηκε να θυμηθεί, πώς πεντακόσια θεριά τον είχανε ζώσει αγριεμένα. Χαμογέλασε πειραχτικά μέσα ατά πηχτά του τα γένια, μισοσηκώθηκε μια στιγμή και κοιτάζοντας απάνου στο τραπέζι τα δυο τσουκάλια (το ένα χαλκωματένιο και τ' άλλο ξύλινο) σοβαρά και τα δυο και κατσουφιασμένα, λες κ' είχανε ψυχή και τόνε μισούσανε κι αφτά, μουρμούρισε: «Κ' εγώ περίμενα σεις, ω άντρες Αθηναίοι, ν' απολογηθείτε!» Ξανακάθισε κι άρχισε πάλε να τρίβει το ζερβί του γόνα.
§ 4. Οι δικαστάδες θυμώσανε με τ' άπρεπο φέρσιμο και κοιταχτήκανε γρήγορα-γρήγορα συναμεταξύ τους. Τους ζεμάτισε τόσες ώρες ο κατάκορφος ήλιος με την ελπίδα, πως θα γουστάρανε στο τέλος μ' αφτόνε το γερογρουσούζη. Θα τόνε βλέπαν άσοφο και ταπεινωμένο μπροστά στο Νόμο τον αψηλομέτωπο και παντογνώστη. Και να τώρα που τους χαλούσε το κέφι. Μα πιο πολύ πειραχτήκανε, που καταφρόνεσε τέτοιαν ώρα το μεγαλύτερο αγαθό της δημοκρατίας: Πρώτα ν' απολογιέσαι κ' ύστερα να σε κόβουνε. Κι όπως, άμα δέρνεις ένα παιδί κι αφτό δεν κλαίει, πεισματώνεσαι και το δέρνεις περισσότερο, έτσι κι αφτοί πεισματωθήκανε και για να τον κάνουνε να νιώσει τη δύναμή τους, τόνε βγάλανε με την πρώτη τους ψηφοφορία φταίχτη και στα τρία κακουργήματα, που τον κατηγόρησαν οι τρεις πολέμαρχοι της Αρετής.
§ 5. Ο Σωκράτης, σαν άκουσε την απόφασή τους, έκανε: χμ!
Κι άμα τόνε ρωτήξανε κατόπι (σύμφωνα με το Νόμο), ποιαν τιμωρία διαλέγει, θάνατο για εξορία, κούνησε τη φαράκλα του δώθε κείθε και δεν απάντησε τίποτα.
§ 6. Τότες ο κλητήρας ζύγωσε και του το ξαναφώναξε δυνατά μέσα στ' αφτιά του. Ο Σωκράτης, θέλοντας και μη, σηκώθηκε πάλε βαριεστημένα και τους είπε: «Δε λέω, κ' οι δυο σας τιμωρίες είναι και δίκαιες και συφερτικές για μένα και για σας. Όμως εγώ θα προτιμούσα μιαν τρίτη.»
 «Ποιάνε; ποιάνε;» φώναξαν ούλοι χαρούμενα.
 «Είτε σας ευεργέτησα είτε σας ζημίωσα να με βάλετε τώρα, που γέρασα, στο Τεμπελχανιό. Έτσι και σεις θ' ασφαλιστείτε από μένα κ' εγώ θα ξεκουραστώ από σας. Και ν' αφήνετε κάθε πρωί στην πόρτα μου (χωρίς να με βλέπετε και χωρίς να σας βλέπω) ζεστές κι αφράτες εκείνες τις ωραίες μελόπιτες, που δίνετε τόσους αιώνες ευλαβικά στο άγιο φίδι του Ερεχθείου, το γιο της Παρθένας. Γιατί θαρρώ, πως εγώ σας έκανα και περισσότερο καλό και λιγότερο κακό παρά κάθε λογής θεϊκό ζωντόβολο».
§ 7. Οι δικαστάδες, απελέκητοι χωριάτες, που με το παραμικρό βλαστημούσανε τα θεία, γελάσανε μ' όλη την καρδιά τους, σαν ακούσανε τα αναπάντεχο τούτο χωρατό του Σωκράτη. Και περιμένανε να τους πει κι άλλα. Και κείνος σε λίγο: «Κι αφού κάνω τη σωστότερη, καθώς φαίνεται, κρίση, εγώ ταιριάζει να πάρω και τους μιστούς ολωνώνε σας».
§ 8. Πωπώ! τι γένηκε τότες! Οι δικαστάδες λυσσάξανε. Άλλοι σηκώσανε τα μπαστούνια, άλλοι αρπάξανε πέτρα κι άλλοι χυμήξανε πάνου στα κάγκελα με τα δέκα νύχια μπροστά για να τον ξεσκίσουνε κι όλοι φωνάζανε μαζί, που δεν ξεχώριζες λέξη. Ακούς εκεί ναν τους ζητάει τους τρεις οβολούς, τον τί μιο κόπο τους! Γι' αφτό λοιπόν αφήσανε τις δουλειές τους νοικοκυραίοι άνθρωποι και χασομέρησαν όλη μέρα για να διαφεντέψουνε την πατρίδα; Και δεν είτανε δα για τα λεφτά... μα τους ζητούσε να παρανομήσουν. Και να θέλανε, δεν είχανε μήτε αφτοί το δικαίωμα να χαρίσουνε το μιστό τους, μήτε κ' η πολιτεία να τους τόνε στερήσει... Μωρέ τούτος είναι μπιτ ξετσίπωτος κι άθεος και προδότης! Καλά και θα ιδεί! Για τούτο, μια κι ο ίδιος ο Σωκράτης δε διάλεγε το είδος της τιμωρίας του, τόνε καταδίκασαν αφτοί, με τη δεύτερη ψηφοφορία τους (πάλε σύμφωνα με το Νόμο) να πιει το φαρμάκι.
§ 9 Τότες ί'σα 'ίσα λαμποκόπησε ολάκερος άπό κέφι και δύναμη. 'Απλός και σβέλτος, καθώς τόνε ξέραν οί περισσότεροι στά μεθύσια του, στους καβγάδες και στον πόλεμο, στάθηκε στέρεα στο βήμα και μισοκλείνοντας τά πονηρά του μάτια τους είπε σιγά σιγά τούτα, πού μέλλει νά διαβάσετε παρακάτου.
§ 10 Οί τάχατες «άπολογίες», πού του γράψανε, φίλοι και μαθητάδες, ολες είναι πλάσματα της φαντασίας τους, μικρόλογες προσπάθειες ν' άποδείξουνε, πώς ο Σωκράτης είταν άθώος, ό Νόμος είτανε δίκαιος, κι' οί δικαστάδες ντόμπροι και τίμιοι Αθηναίοι, πού κάνανε... λάθος• και μονάχοι φταίχτες οί τρεις παλιανθρώποι, πού τόνε κατατρέξανε τό ζάβαλη.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

§ 1. Έξι σωστές ώρούλες και δεν άκουσα τίποτα ! Τα χρόνια, βλέπετε, μου βαρύνανε την ακοή... "Αν ό Δυσσέας είχε το κουσούρι μου, δε θα κόπιαζε να καλαφατίσει τ' αφτιά του με κερί και να δεθεί στο κατάρτι, για να μην ακούσει το ηδονικό τραγούδι του θανάτου. Αγκαλά (μια και το φέρε ή κουβέντα) ό θάνατος αντιλάλησε βαθύτερα μέσα στην ψυχή του κ' υστέρα τον άκουγε α όλη του τη ζωή. Μα και νάχα δέκ' αφτιά κι όλα γερά, πάλε δε θα μπορούσα ν' ακούσω. Τα χασα μπροστά στο μεγάλο και φανταχτερό σας πλήθος. § 2.  Μου φαινότανε, πώς ειμουνα στον άλλον κόσμο και με δικάζανε πεθαμένο πεντακόσιοι Πλούτωνες. Γι' άφτό και χαμογελούσα ταπεινά. Ήταν από φόβο, σαστισμάρα και βλακεία ! Ά !... νιώθω να λαχταρίζει μέσα στην ψυχή μου το πατριωτικό μου φιλό¬τιμο. "Έχω κ' εγώ τις μεγάλες ά ΤΙ ΩΡΑ είναι Περασμένο μεσημέρι !... "Έξι. σωστές αρετές Ι Κι αληθινά, όπου ριζοβολήσει τούτ' ή Τριάδα (βλακεία, σαστισμάρα και φόβος) εκεί κι ό Νόμος έχει δύναμη κι ό λαός ειν' ευτυχισμένος.
§ 3. Λοιπόν δεν άκουσα τίποτα, γιατί χε σταματήσει το μυαλό μου. "Άλλοτε συνήθιζε να ταξιδέβει πολύ μακριά, σε
μια χώρα ξωτική, πού μήτε πουλί μήτε πλεούμενο τήνε ζύγωσε ποτές, γιατί δεν υπάρχει πουθενά. Έκείθες ματαγύριζε πάντα γιομάτο βουητά και θάμπη και πόνους αβάσταγους. Ήταν ή χώρα των Ιδεών, ώ άντρες 'Αθηναίοι ! Κι όποιος μπει σ’ αφτήνε μια φορά παθαίνει το δυστύχη¬μα του Τειρεσία, πού είδε την Παλλάδα κατάγυμνη. Στραβώνεται για πάντα !
§ 4 Μα τώρα τελευταία το μυαλό μου φέρνεται σαν τα μουλάρια, πού βρίσκονται ξαφνικά μπροστά σ' ολόρθο, γκρεμό ή πάνου σε σάπιο γεφύρι. Κωλώνει, καρφώνεται, πεισματώνει και δε θέλει να κάνει μισή πιθαμή πέρ' από τη μύτη μου. Και μ' αναγκάζεις να σκύβω νι κοιτάζω τη μύτη μου ! 'Ολάκερος κόσμος ! Απεραντοσύνη της άσκήμιας, ήγουν της αλήθειας ! Με πιάνει ζάλη και τα μελίγγια μου χτυπάνε σα σφυριά. Παράξενο πράμα ! Βλέπουμε θεούς, ιδέες, όνείρατα, περασμένα, μελλούμενα και δε βλέπουμε τη μύτη μας, ώ άντρες 'Αθηναίοι ! Τώρα καταλαβαίνω, πώς αληθινά σοφός είναι εκείνος πού καταφέρνει να τήνε ιδεί και να την καταλάβει. Κ' εγώ μήτε την είχα ποτές υποψιαστεί, πώς υπάρχει κι ας με πείραζαν όλοι, πώς ειτανε πλατσουκωτή σαν της μαϊμούς και του τράγου. Δεν άκουσα το λοιπόν τίποτα, γιατί όλες αφτές τις ώρες μελετούσα τη μύτη μου, για να γίνω σοφός.
§ 5 Βέβαια τα παραλέω. Δεν μπορεί να μην άκουσα τίποτα ! 'Άρπαζε και μένα κάπου-κάπου τ’ αφτί μου καμιά βρισιά των κατηγόρων ή καμιά βλαστήμια δική σας. Και γελούσα μέσα μου με τις κοροϊδευτικές απάντησες, πού μου έρχονταν. Μα δεν μπορούσα ναν τις πω κείνη τη στιγμή' ό νόμος απαγορέβει να διακόψεις το ρήτορα.
{.......................}

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button