Ads 468x68px

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Ο άνεμος της μνήμης σήμερα

"Μαζεύω τις θύμησες, τις παιδικές μου, απ’ τον οικισμό το μικρό, εκεί στα περίχωρα της Μονεμβασιάς. Σκαλίζω την μνήμη να βγάλει μέχρι και την τελευταία σταγόνα της θύμησης. Τις αποθέτω στο λευκό χαρτί εμπρός μου να ξαναφυτρώσουν."

Παρυφές της Πάρνηθας, χειμώνας του 2013.
Καθώς ο αέρας δαιμονισμένα κατέβαινε πάνω από τις κορυφές της Πάρνηθας, ξύριζε το οροπέδιο της πόλης παρασύροντας τα σύννεφα που κάλυπταν εναλλάξ το κόκκινο τ’ ουρανού με κηλίδες κατράμι, κι ο ήλιος που έγερνε πίσω τους πήρε να χάνεται, βουλιάζοντας προς το τα δυτικά του Θριάσιου πεδίου. Την ώρα τούτη βούλιαζε κι εκείνος στις αναμνήσεις του με το βλέμμα στραμμένο στα μολυβένια σύννεφα του ουρανού, που έρχονταν από άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, από άλλο χρόνο, ίσκιοι αλαργινοί. Την ώρα τούτη με τα φτερά της φαντασίας του κατάφερε να περιπλανηθεί μακριά σ’ εκείνη την ιδιαίτερη γωνιά της γενέτειρας γης, και η φαντασία τον παρασύρει σε ένα ατέρμονο ταξίδι του χθες. Εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο λαβύρινθο της μνήμης. Το τοπίο και η ζωή των ανθρώπων του χθες απλώνονται ολοζώντανα μπροστά του. Όλα ήταν στις αναμνήσεις του όπως τα θυμόταν από παλιά. Το μικρό χωριό πλαγιασμένο νωχελικά στο λιόφωτο χορταριασμένης πλαγιάς, με μυρωδάτη χλόη και πολύχρωμα λουλούδια. Μπορούσε να ακούσει τον αδιάκοπο ψίθυρο των δέντρων από το μικρό αλσύλλιο με τις χαρουπιές στα βορινά του οικισμού όταν λικνίζονταν στη πρωινή αύρα. Αγνάντεψε πέρα δυτικά προς το βουνό του Κουνου που ορθωνόταν μεγαλόπρεπές από την ακτή, με τις χαμηλότερες πλαγιές του πράσινες από τα κυματιστά δέντρα και με τη γυμνή του κορφή ν’ αγγίζει τα σύννεφα.
Σήμερα σαν πολίτης τρίτης ηλικίας που ζει και κινείται μέσα στην κοινωνική και οικονομική κρίση του αστικού ιστού είχε αβίαστα βγάλει το συμπέρασμα ότι άμα είσαι φτωχός στην πόλη δεν θα περάσεις καλά. Υπήρχαν όμως εποχές που σε κάποια μέρη ένας φτωχός μπορούσε να ζήσει λιτά, ευτυχισμένα και με αξιοπρέπεια. Ήταν η περίοδος της παιδικής του ηλικίας που οι φτωχοί χωρικοί, εξασφάλιζαν τα προς το ζην με τη λιγοστή γεωργική τους ασχολία και συμπλήρωναν τον επιούσιο με το κυνήγι.

Βουβουτσέλια, ένας χειμώνας της παιδικής του ηλικίας.
Η ρεματιά που ξεκινά από τους δυτικούς λόφους του οικισμού διασχίζει τη μικρή λιμνούλα με το μεγάλο πλάτανο κατηφορίζει μέχρι το λίμνασμα στους καλαμιώνες ενός ξεροπόταμου που αγκαλιάζει τη χέρσα γη, και από εκεί συνεχίζει νοτιοανατολικά σε μυχό του Μυρτώου πελάγους. Από το Μεγάλο πλάτανο μέχρι τους καλαμιώνες είναι μια απόσταση λίγες εκατοντάδες μέτρα. Θυμάται τον πατέρα του τους χειμώνες να θεωρεί το σύνορο αυτό τόπο ιερό για την διατροφή της φαμίλιας του. Εκεί έστηνε τις αγαπημένες του παγίδες για τα πουλιά. Εάν κάποιος συγχωριανός του καταπατούσε την περιοχή του, αγανακτούσε σαν τον ηγούμενο, που βλέπει να παραβιάζουν το κατώφλι του μοναστηριού του.
Ο ουρανός τη μέρα εκείνη μπορεί να ήταν γεμάτος από κακούς οιωνούς, η ατμόσφαιρα μπορεί να παλλόταν από τα άσχημα καιρικά φαινόμενα ο πατέρας του όμως δουλεύοντας πυρετωδώς συνέχιζε να νοιάζεται για να στήσει τις παγίδες του με πλήρη αδιαφορία για τις καιρικές αλλαγές που συμβαίνουν γύρω τους.
Πολλοί κυνηγοί της εποχής εκείνης χρησιμοποιούσαν τεχνικές παγίδευσης με δίχτυα και θηλιές που σήμερα δεν επιτρέπονται πλέον. Ο πατέρας του της παγωμένες νύκτες του Δεκέμβρη έπιανε μπεκάτσες με θηλιές που κατασκεύαζε από αλογότριχες, ώστε την επαύριον με τη λεία του να εξασφαλίζει περισσότερη τροφή στο φτωχικό τραπέζι της φαμίλιας. Το κυνήγι της μπεκάτσας και της τσίχλας με παγίδες το χειμώνα αποτελούσε ανταμοιβή του σκληρού καθημερινού μόχθου. Το κρέας τους, το πάστωναν σε κιούπια με λάδι, συνεχίζοντας να θυμίζουν τον τρόπο που κάποτε συντηρούνταν από το κυνήγι όλες οι οικογένειες ενός τόπου σκληρού, φτωχού και άγονου.

"Σήμερα η επέκταση των αστικών περιοχών, η κατασκευή μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, οι προσχώσεις ελών και κοιλάδων, η παράχωση καλαμιώνων, η ισοπέδωση των λόφων και η αποψίλωση των δασών, και κάθε είδους άγριας βλάστησης, η καταστροφή βιοτόπων από τις επεκτάσεις οικιστικής και γεωργικής γης στερούν από τη πανίδα το φυσικό περιβάλλον που χρειάζονται."

Από νωρίς τις απογευματινές ώρες ανά διαστήματα έβρεχε, και η βροχή όσο έπεφτε, αυτός στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνότανε επιβλητικά πλάι στην ανατολική πλευρά της λασπιασμένης όχθης της ρεματιάς. Μια φωτεινή λάμψη - ένα μεγάλο φωτεινό σκίσιμο με εκτυφλωτική λαμπρότητα, φάνηκε στον ουρανό, τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, και μετά ένα πολύ δυνατό μπουμπουνητό.  Θυμήθηκε το δάσκαλο στο σχολειό που τους δίδασκε ότι ο κεραυνός μπορεί να κτυπήσει πάνω στο δέντρο που βρίσκεσαι και να σε σκοτώσει. Ο τόπος γύρω του είχε δέντρα. Πολλά δέντρα. Άραγε να υπήρχε κίνδυνος γι’ αυτόν, τώρα με τα πολλά δέντρα γύρω του «αναρωτήθηκε».
Δεν ήξερε.
Θα βοηθούσε σε τίποτα αν δεν ακουμπούσε πάνω στο δέντρο;
Ούτε αυτό το γνώριζε αλλά από ένστικτο απομακρύνθηκε δυο βήματα μακριά από τον κορμό του τεράστιου πλάτανου.
Οι Δίδυμοι βράχοι.
Περίμενε καρτερικά τον πατέρα του να γυρίσει εκεί που ήταν το σημείο αντάμωσης, στο ξέφωτο της ρεματιάς, καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έσβηνε γύρω του. Άστραφτε ακόμη πέρα στον ορίζοντα κι η βροχή ακουγόταν σαν χαμηλό μουρμουρητό, καθώς η ώρα περνούσε βασανιστικά και ο πατέρας του αργούσε να δώσει σημεία ζωής. Και ψηλά, από την πνοή ανέμου που φυσά, τα γκρίζα σύννεφα, μ' ένα δυνατό θρόισμα τρέχουν ορμητικά προς την ανατολή, με μια κίνηση βουερή και σπασμωδική, ίδιος καταρράχτης πάνω από το μουντό τοίχο του ορίζοντα. Και στις όχθες της ρεματιάς δεν υπάρχει ούτε ησυχία ούτε σιωπή. Εν' απροσδιόριστο ψιθύρισμα βγαίνει από μέσα από τους θάμνους που αναταράζονται αδιάκοπα, και από τα δέντρα με τις ψηλές κορφές, σα να κυλούν υποχθόνια νερά. Και ξαφνικά, το φεγγάρι ανέτειλε μες από την ανάρια και χλωμή καταχνιά, και το χρώμα του ήτανε κατακόκκινο. Τα μάτια του έπεσαν πέρα στους πελώριους δίδυμους γκρίζους βράχους που δέσποζαν στην κορυφή της απέναντι ανηφορικής πλευρά του λόφου, και που τους φώτιζε το φως του φεγγαριού. Κι οι βράχοι ήταν γκρίζοι και ψηλοί, που ο άνεμος και η βροχή έχουν σμιλέψει την ασβεστολιθική τους επιφάνεια δίνοντας τους μια μεγαλοπρεπή, απέριττη, ομορφιά.
Η ομορφιά του έμοιαζε περισσότερο με αριστούργημα της τέχνης παρά με δημιούργημα της φύσης.
Οι βράχοι, φαντασμαγορικοί, ορθώνονταν στην άγονη απογυμνωμένη πλαγιά χιλιάδες χρόνια. Οι απρόσιτες και απόκρημνες κορφές τους αποτελούν ιδανικό καταφύγιο για μερικά ζευγάρια κιρκινέζια.
Για τα παιδιά του οικισμού, ήταν οικείοι, έχοντας ακούσει τόσες και τόσες παράξενες ιστορίες για την ύπαρξη τους. Την άνοιξη γινόταν ο τόπος εξόρμησης για τα παιδικές τους εξερευνήσεις. Στον ίσκιο των βράχων απολαμβάνοντας τις μυρωδιές του βρεγμένου χώματος, και την μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τον λόφο, οραματίζονταν από κοινού το μέλλον τους, μοιράζονταν τα όνειρα τους.
Σκαρφάλωναν στους βράχους πολλές φορές με παιδική ανεμελιά που έθετε σε κίνδυνο τη ζωής τους, για να αγναντέψουν τον μακρινό ορίζοντα εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό, και με τα φτερά τ’ ονείρου αναζητούσαν τόπους μακρινούς φαντασμαγορικούς, πέρ’ από τα στενά σύνορα του φτωχικού οικισμού τους, πέρ’ από τη θάλασσα.
Απόψε το θέαμα των βράχων με τον ήλιο να έχει χαθεί πίσω τους, τυλιγμένους στην ομίχλη κάτω από το φως της γεμάτης σελήνης τον συνεπήρε, το τοπίο γίνεται μαγευτικό, λησμόνησε για μια στιγμή τον πάτερα του. Μόνο για μια στιγμή. Απομονωμένες σκέψεις πέρναγαν από το νου του. Ένιωσε ένα αδύναμο ρίγος στο κορμί του, προσπαθώντας να προσδιορίσει τι ήταν αυτό που δεν πήγαινε καλά με τον πατέρα του, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα ότι αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Ο χρόνος επιστροφής του από το συνηθισμένο στήσιμο στις παγίδες διαρκούσε αφύσικα πολύ.
Ανακάθισε κι έψαξε εναγωνίως με το βλέμμα την ρεματιά, γυρεύοντας ένα σημάδι που θα του έδινε απαντήσεις. Αγνάντευε μέσα απ’ το διάσελο αλλά δεν υπήρχε καμία κίνηση γύρω του. Έβαζε πολλά με το νου του, τρόμαζε στην ιδέα μήπως είχε κάτι κακό συμβεί, μαύρες σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό του, η καρδιά του φτερούγιζε, το σώμα του τσίτωνε, γύριζε πέρα δώθε, δεν μπορούσε άλλο να περιμένει, η νύκτα άρχισε ν’ απλώνει το πέπλο της ολόγυρα.
Ένιωθε να τον κυριεύουν ακατανίκητοι φόβοι, νοιώθει σαν τρομαγμένο σπουργίτι. Το θρόισμα στις φυλλωσιές των δέντρων, το ημίφως του φεγγαριού, απελευθερώνει και εξάπτει τη φαντασία του. Σαν να είδε μπροστά του τα δαιμόνια του έξω κόσμου να διαβαίνουν άυλες σκιές, πέρα στους δίδυμους βράχους, να κυκλοφορούν γύρω τους, μορφές αλλόκοτες, αέρινες ανατριχίλες. Μα μπορεί να ‘ναι και ψευδαίσθηση που τη δημιουργεί η ανταύγεια του φυσικού τοπίου σκέφτηκε.
Ξεσπάει τρομαχτικό μπουμπουνητό, πέφτει πυκνό σκοτάδι, αλλάζει ο τόπος. Μες στις αστραπές ξεκρίνει τώρα τους δίδυμους βράχους, κι απάνω στους βράχους άγρια δαιμονικά.
Κρατά την αναπνοή του μισό λεπτό κι ύστερα, ξεφυσώντας, πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα μπροστά κοιτάζοντας στον άδειο χώρο επίμονα, προσπαθώντας να κατανικήσει έναν ακατανόητο φόβο. Νοιώθει το στόμα του στεγνό, ιδρώτας να κυλάει στη ράχη του. Ένας κόμπος του ’κλεινε το λαιμό, καθώς συλλογιζόταν ότι η μόνη λύση ήταν να φύγει μόνος να γυρίσει στο δρόμο που οδηγούσε στον οικισμό, να ζητήσει βοήθεια.
Σιγαλιά οι σκιές αλαργεύουν, τ’ όραμα αραιώνεται κι αφανίζεται. Οι θόρυβοι ακούγονται πια πολύ απόμακρα, σα βουητό μέλισσας.
Σιγή. Ακούγονται μονάχα στο σκοτάδι φτερούγες κι αγκριφια και βαρύς στεναγμός.
Δεν πρόλαβε να αποσώσει το συλλογισμό του και επιτέλους το βλέμμα του πέφτει στο λευκό φως που άστραψε μέσα από τη ρεματιά, ο φωτεινός φακός του πατέρα του έλαμψε ζωηρά, μέσα από τις πρώτες συστάδες από τις άγριες χαμηλές βατομουριές που φύτρωναν στην αριστερή πλευρά του πλάτανου. Στο μανδύα της καταχνιάς και της δρόσου το περίγραμμα του κορμιού του ήταν θαμπό, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν τα χαρακτηριστικά του πατρός του που στο φως του φεγγαριού, τον βλέπει ν’ ανηφορίζει με γοργές δρασκελιές κοντά του. Αντικρίζει τη ματιά του γεμάτη φροντίδες και στις λιγοστές ρυτίδες πάνω στο πρόσωπο του διαβάζει την κούραση, και μια φλόγα να σιγοκαίει πίσω από καλοσυνάτα μάτια, που τον έκαναν να μοιάζει με τους παλιούς δασκάλους.
«Πατέρα! Εδω είμαι! Πατέρα!» του φώναξε και η ανακούφιση άστραψε μέσα του.
Η βροχή είχε από νωρίς σταματήσει αλλά από τις φυλλωσιές του πλάτανου συνέχιζαν ακόμη να πέφτουν μια μια σταλαγματιές βροχής γύρω του.
«Φοβήθηκα που άργησες πατέρα». Είπε.
Τα χαρακτηριστικά του πατέρα του τη μια φωτίζονταν και την άλλη ξεθώριαζαν στο σκοτάδι, όταν τα κινούμενα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι.
«Ήταν πιο δύσκολο απ' ότι περίμενα». Του δήλωσε ο πατέρας του φτάνοντας δίπλα του κοντανασαίνοντας και σκουπίζοντας το μέτωπό του. Με μια χειρονομία γεμάτη κατανόηση άπλωσε με στοργή και ακούμπησε το χέρι πάνω στο κεφάλι του.
«Αγόρι μου όλα είναι καλά, πάψε τώρα ν’ ανησυχείς», του είπε.
Αυτός έτρεμε και ψέλλιζε, περισσότερο από τη χαρά και τη συγκίνηση για το καλό τέλος, παρά από τον φόβο του.
«Λυπάμαι που έμεινες μόνος στον ερχομό της νύκτας. Έλα ώρα να πάμε πίσω στο σπίτι».
Ξεκίνησαν με βήματα γοργά για την επιστροφή στον οικισμό, η μητέρα του αφόρητα θ’ αγωνιούσε κ’ αυτή, καθώς τους περίμενε να γυρίσουν, ήταν πρόκληση η αργοπορία τους. Το κρύο γλιστρούσε μέσα στα ρούχα του και τον τρυπούσε ως το κόκαλο. Απορούσε πώς άντεχε ο πατέρας του, με τη σχετικά ελαφριά για τις συνθήκες ενδυμασία του, τελικά ίσως να ήταν πιο ανθεκτικός απ’ ότι νόμιζε, στους τριάντα χειμώνες του.
Όταν επέστρεψαν βρήκαν τη μητέρα τους να τους περιμένει στην εξώπορτα κρατώντας το φανάρι στο χέρι. Άνοιξε την αγκαλιά της και έκρυψε μέσα το παιδικό κεφάλι του. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα σωθικά της, βγάζοντας τη συσσωρευμένη αγωνία της.
Όταν η γαληνή πλημμυρίζει τις αναστατωμένες ψυχές, είναι σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.

Στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, είναι αλήθεια ότι δοκίμασε πολλές φορές πλούσια γεύματα απ’ το κυνήγι. Πάντα όμως ξυπνούσε μέσα του ο ίδιος βαθύς πόνος και η σιωπηλή οδύνη που ένοιωθε κάθε φορά που επέστρεφε ο πατέρας του από το κυνήγι, γιατί δεν άντεχε να βρίσκεται αντιμέτωπος με τα άψυχα θηράματα. Το θεωρούσε βάρβαρη εξόντωση, που καλλιεργεί τη βία στη φύση και στη ζωή. Από τις πιο ακριβές αναμνήσεις της ζωής του είναι οι φορές, όπου τον έπαιρνε μαζί του ο πατέρας του στο κυνήγι και τον μάθαινε να μαζεύει μανιτάρια, βρούβες, βολβούς, οβριούς και άγρια σπαράγγια.

Ο Τσαλαπετεινός
Ο άνεμος της μνήμης σήμερα, γέμισε πολύχρωμες παιδικές εικόνες το μυαλό του, χρώματα της ανατολής, του γέρματος, του ουράνιου τόξου.
Γλυκοχαράζει. Η κορυφή του Κούνου σκεπασμένη με ανάλαφρη πάχνη. Ακούμε μονάχα τις πέρδικες να κακαρίζουν και τα πρώτα κελαηδοπουλια που ξυπνούν. Ακούμε ακόμα κουδούνια από κοπάδια και το θρόισμα του ανέμου.
Ήταν άνοιξη και το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν τα γύρω δέντρα. Του άρεσε πολύ το ανοιξιάτικο στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να χαζεύει τη φύση. Το βλέμμα του ακλούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω απ’ τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν βαριεστημένα. Έμπλεξε τα δάχτυλά του κι άρχισε να παρατηρεί αντικρίζοντας από μακριά τη φιγούρα ενός πολύχρωμου ψηφιδωτού που κάθισε και αναπαύεται στη διχάλα της μικρής συκιάς απέναντι στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη. Ένα πουλί -από τις εξωτικότερες μορφές πουλιών- της λακωνικής γης. Ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops) από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της φύσης, που ξεχωρίζει από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες μύτες. Τον πρωτοείδε να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού πετώντας νωθρά, κυματιστά, ανοίγοντας χαρακτηριστικά αργά τις φτερούγες του, σαν πεταλούδα, αναδεικνύοντας με χάρη τούς πολύχρωμους σχηματισμούς των φτερών του. Ο Ήλιος τώρα χαμήλωνε πέρα στα δυτικά πάνω από το λόφο του Άγιου Παντελεήμονα λούζοντας στο γέρμα του με μια καθάρια ακτινοβολία γύρω του, που έκανε τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού να λαμπυρίζουν. Το πούλι έμεινε εκεί με τις κομψές καμπυλωτές γραμμές του και τραγουδούσε.
Πανέμορφα πουλιά, έχουν δημιουργηθεί μύθοι κι ιστορίες γι΄ αυτά από τα αρχαία χρόνια!
Δεν είναι πουλιά που περνούν απαρατήρητα!
Αυτός λουσμένος από τη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης μέρας ένοιωσε μια απίστευτη ευχαρίστηση να φουσκώνει σαν την παλίρροια μέσα του.

.. .. .. .. .. .. .. ..

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button