Ads 468x68px

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Αδελφέ μου τον χάσαμε.

Ξυπνάς μια μέρα κι η άνοιξη γλιστράει απροειδοποίητα σα πολύχρωμο χαλί στις δυτικές παρυφές της Πάρνηθας. Όλο τον Μάρτιο, φυσούσαν δυτικοί και βόρειοι άνεμοι και όταν ο ήλιος έδυε όλα έμοιαζαν φωταγωγημένα στις μικρές αυλές στις βόρειες συνοικίες της πόλις μας. Οι ακακίες, οι πασχαλιές, οι αμυγδαλιές, και όλα αυτά τα μεγάλα και γυμνά το χειμώνα δέντρα ξυπνάνε σαν από λήθαργο, ότι κ' αν συμβεί δε αργότερα, καταιγίδα, χιονοθύελλα, χαλάζι, δεν ξανακοιμούνται μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου. Ο δροσερός αέρας στις ανηφορικές πλαγιές μυρίζει κιόλας φυλλώματα.
Τίποτα απ' όλα αυτά δεν προμήνυε το θάνατο που έρχεται κ’ ότι αυτός ο χειμώνας που μας πέρασε θα 'ταν ο τελευταίος χειμώνας του δεύτερου αδελφού του.
Κτύπησε το τηλέφωνο.
Αυτό το τηλεφώνημα είχε απρόβλεπτη και οδυνηρή συνέχεια.
Στην άλλη άκρη ήταν ο μικρότερος αδελφός του.
Ουσιαστικά μουρμούριζε , με δυσκολία ακουγόταν.
-Αδελφέ μου τον χάσαμε.
Στην αρχή δεν κατάλαβε τι ακριβώς εννοούσε ο αδελφός του.
-Τον χάσαμε, έφυγε ξαφνικά και αυτός απ’ την ζωή επανέλαβε.
Έχοντας χάσει την υπέροχη μητέρα τους πρόσφατα τον τελευταίο αυτό χρόνο, μόλις στα εξήντα επτά της χρόνια με πολύ καλή σωματική υγεία από αιφνίδιο θάνατο που ξάφνιασε τόσο το γιατρό της, καθώς και όλους τους άλλους γύρω τους, αμέσως η σκέψη του πήγε στον πατέρα τους.
Υπάρχουν αναμνήσεις κομματιαστές που ίσως να είναι η αρχή κάποιου νέου εφιάλτη.
-Με πήραν τηλέφωνο απ’ την Ρόδο, ο αδελφός μας «το τζινάκι μας» είναι νεκρός.
-Με ειδοποίησαν πως πέθανε ενώ κοιμόταν στο κρεβάτι του στο σπίτι του.
-Πέθανε εντελώς ξαφνικά, χωρίς κάποια παθολογική αιτία.
-Αποβραδίς κοιμήθηκε στο διαμέρισμα του και δυστυχώς δεν ξύπνησε ξανά.
Ο αιφνίδιος θάνατος του δευτέρου αδελφού του τον ταρακούνησε.
Την στιγμή που η πληροφορία περνούσε στο μυαλό του αισθάνθηκε θαρρείς και δέχτηκε τη γροθιά ενός γίγαντα στο στομάχι. Του κόπηκε η ανάσα. Ένοιωσε σαν να ‘φυγε μεμιάς όλος ο αέρας από μέσα του, είχε την αίσθηση ότι δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. O ήλιος στα δυτικά άρχισε να γέρνει, ένοιωσε μια λεπτή ψύχρα να τον ζώνει. Το δωμάτιο σκοτείνιασε, όλα γύρω του ξαφνικά σώπασαν, έξαψη πλημμύρησε το μυαλό του. Ένας οξύς πόνος άρχισε να τον βασανίζει στο στομάχι, ξεράθηκαν τα χείλη του. Ο πόνος συνέχεια δυνάμωνε. Ένοιωθε να τον διαπερνά στην αριστερή πλευρά από τη μέση του θώρακα. Τα μάτια του θάμπωναν. Αυτό που συνέβηκε στον αδελφό του ήταν κάτι που δύσκολα μπορούσε να το δεχτεί.
Η γυναίκα του στεκόταν δίπλα ακίνητη και τον κοιτούσε στα μάτια που τώρα είχαν γίνει πελώρια και κι η λάμψη τους σκιαζόταν απ’ την αγωνία, όπως το φεγγάρι απ’ τα σύννεφα. Το έβλεπε στο συγκλονισμένο πρόσωπο του να μεγαλώνει η απελπισία του και αναζητούσε κι αυτή απαντήσεις. Με μάτια θολά λες κ’ έβλεπε έναν απαίσιο εφιάλτη, με φωνή επιφανειακά απαλή, βραχνή και αφύσικη της εξήγησε όσο πιο σύντομα τα γεγονότα που του μετέφερε ο μικρότερος αδελφός του.
Η γυναίκα του αναστέναξε με πόνο ψυχής και δάκρυα κύλησαν στα μαγούλα της, όταν της ανήγγειλε την αδυσώπητη είδηση.
Ο θάνατος είναι σκληρός όταν χάνεις προσφιλή σου πρόσωπα.
Τα χέρια της τον χάιδεψαν με τρυφερότητα στους ωμούς, έσκυψε και έγειρε στο στήθος του για να μη φάνει το μέγεθος της θλίψης της.
-Είναι τόσο απροσδόκητο ψέλλισε, και τόσο άδικο συμπλήρωσε σα να μονολογούσε.
Βαθειά επηρεασμένη από την απρόσμενη είδηση προσπάθησε να τον παρηγορήσει, πασχίζοντας ταυτόχρονα να κρύψει τη δική της βαθιά θλίψη και συγκίνηση.
-Νομίζω ότι σας πέφτει το βάρος να φύγετε και να τον φέρεται, του είπε.
-Ναι πρέπει να φύγω. Είναι στιγμές που δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξεις τα γεγονότα.
Το αναπάντεχο αυτό θλιβερό γεγονός απλώθηκε μπροστά του και το παρελθόν τον αγκάλιαζε σαν όνειρο σαν ίσκιος και θάμπωνε συμπυκνώνοντας την εικόνα του αδελφού του.
-Πως χάθηκε έτσι ξαφνικά; Και δεν άφησε πίσω του ούτε ένα αντίο;
Ενας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό του και τον έπνιγε.
-Αντίο γλυκέ, αγαπημένε μου αδελφέ.
Η λέξεις σχηματιστήκαν στα χείλη του χωρίς να ειπωθούν.

Όργωνε ο Xάρος, όργωνε. Τον κάματο δεν παύει
μέρα και νύχτ' ακοίμητο τ' αλέτρι του δουλεύει.
Eσυνεπήρε το βλαστό, τον έγειρε στο χώμα
και δίχως σάλαγο, βουβός, περνά και διβολίζει.

Οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν το πως νιώθει η σπασμένη καρδιά του.
Με πόνο ψυχής συλλογίστηκε.
Η μοίρα αν και είναι αμείλικτα σοφή, στον αδελφό του προσέφερε λιγότερα δώρα απ’ όσα του άξιζαν ν’ αποκτήσει.
Η τραγική κατάληξη του αδελφού του και η αυλαία του αποχαιρετισμού της ζωής του, ίσως τελικά και να ‘ταν ταιριαστή με το πάθος και τις κρυφές καθημερινές αλήθειες της καρδιάς που έζησε στην σύντομη ζωή του.
Τον αδελφό του ο χρόνος και η μοίρα τον είχαν αλλάξει. Τον ξερίζωσαν από ένα παρελθόν στο οποίο τελικά είχε υποταχτεί χωρίς ιδιαίτερο αγώνα και ταυτόχρονα ο ίδιος ο χρόνος του ακύρωσε και τα όνειρα για το μέλλον.
Ο δεύτερος αδελφός του το μικρό τρομαγμένο αγόρι στη λέμβο της αναχώρησης εκεί στην προβλήτα της Μονεμβασιάς, εξελίχθηκε σ’ ένα ξεχωριστό παιδί, ένα παιδί με πολλά ταλέντα, ένα νέο και πολύ όμορφο αγόρι που σκεφτόταν ότι «καλά προχωρά η ζωή».
Μεγαλώνοντας ψήλωσε αρκετά, απέκτησε φυσική ομορφιά, και από έφηβος έδειχνε μεγάλη αυτοκυριαρχία και εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
Το πρόσωπό του είχε στιβαρή χάρη και το βλέμμα του ήταν χαϊδευτικό, ήμερο κι αντίφεγγε με μελί φωτεινές αναλαμπές.
Αγαπούσε τον αθλητισμό και τη βυζαντινή μουσική.
Γυμνασμένος πολύ καλός σε όλα τα αθλήματα. Μαύρη ζώνη στο καράτε, φοβερός στο ποδόσφαιρο.
Δεν ήταν βέβαια καμία μεγαλοφυΐα αλλά...
Ήταν καλός σε όλα, είχε κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν ο καλύτερος από τους τρεις, έξυπνος, όμορφος, γεννημένος αθλητής. Ήταν ότι μπορεί να ονειρευτεί ένας γονιός.
Η περιπετειώδης ιδιοσυγκρασία του εκδηλώνεται ήδη απ' την εφηβική του ηλικία, όπως και το πρώιμο ξεχωριστό ταλέντο του. Και τα δυο θα τον ακολουθήσουν δια βίου.
Είχε όμως ένα ελάττωμα… Ήταν ταυτόχρονα, τρομακτικά απείθαρχος, για τις απαιτήσεις που απαιτούνται για μια επιτυχή καριέρα στο χώρο του ποδοσφαίρου.
Δεν είχε την ικανότητα να χαλιναγωγεί τον εαυτό του, δεν είχε την απαιτούμενη ισορροπία αποφάσεων, και το εφήμερο συναίσθημα επικρατούσε πάντα του ρεαλισμού στις αποφάσεις της ζωής του.
Πολλές φόρες την προσπάθεια των αδελφών του να δει τα γεγονότα με την συνήθη λογική την αντιμετώπιζε σχεδόν αδιάφορα. Απλώς αναρωτιόταν γιατί ανησυχούσαν όλοι τους χωρίς λόγο, και αφηνόταν να παρασυρθεί από το συναίσθημα της εφήμερης ικανοποίησης.
Ήταν ταλέντο, το οποίο αν πίστευε λίγο παραπάνω ο ίδιος, στον εαυτό του, ίσως να τον βλέπαμε σε πολλά πρωτοσέλιδα του αθλητικού τύπου. Αλλά η ζωή δεν καθορίζεται με ίσως και μπορεί αλλά από τις πράξεις και τις αποφάσεις.
Τα πρώτα χρόνια στην Λαμία ήταν μια πολύ δύσκολη εποχή για τα οικονομικά της οικογένειας. Ο Μπάμπης με παιδικό θάρρος και ευρηματικότητα συγχρόνως με την σχολική και την αθλητική απασχόληση εργαζόταν παράλληλα στους νυχτερινούς κινηματογράφους της πόλης και είχε μια αξιόλογη οικονομική συνεισφορά στην οικογένεια. Οι σχολικές του επιδόσεις στα μαθήματα ήταν σχετικά μέτριες διότι ελάχιστα τον απασχολούσαν πέρα από τα αθλητικά και τα καλλιτεχνικά μαθήματα. Η ιδιαίτερα αξιόλογη σχολική ικανότητα του ήταν η ζωγραφική. Τέλειωσε το λύκειο απλώς γιατί έπρεπε να το τελειώσει.
Ήταν ο έφηβος που κατέρριψε το μύθο πως τα χαρισματικά παιδιά όχι μόνο δεν έχουν προβλήματα αλλά και ότι μπορούν να τα καταφέρουν και να μεγαλουργήσουν στη ζωή. Μπορεί να ‘ταν ένα χαρισματικό παιδί, αλλά οδήγησε την ζωή του χωρίς πηδάλιο, ανήσυχος, χωρίς πληρότητα, τελικά βούλιαξε στο βάλτο της αποτυχίας, με τα σπουδαία του χαρίσματα χαμένα.
Από την εφηβική του ηλικία οι προτεραιότητες στη διαδρομή του δεν ήταν σπουδές, οικογένεια, εργασία για επιβίωση και ανέλιξη, και μετά όλα τ' άλλα.
Η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή μου.
Η καριέρα του στο ποδόσφαιρο ποτέ δεν ξεκίνησε ύστερα από μια προσωπική κόντρα και ένα καπρίτσιο με τον προπονητή του. Το πλούσιο ταλέντο με το οποίο τον προίκισε η ποδοσφαιρική φύση, ποτέ του δεν αναδείχτηκε.
Αποχώρησε από την εφηβική ομάδα την στιγμή που κέρδιζε το στοίχημα του βασικού, και έθετε σοβαρή υποψηφιότητα για το επόμενο βήμα να ανέλθει στην Πρώτη ομάδα.
Είχε πάρει το όνομα του αδικοχαμένου θείου του Λάμπρου, αδελφού της μητέρας τους που σκοτώθηκε σε ενέδρα στον εμφύλιο πάνω στον ανθό της ηλικίας του.
Η καταγωγή της μητέρας τους ήταν πέρα από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα που είναι κουρνιασμένα ανάμεσα στα νοτιοανατολικά ακροβούνια του ορεινού όγκου του Πάρνωνα.
Με την άφιξη της οικογένειας στη Λαμία ο Λάμπης έγινε Μπάμπης καθώς συνηθίζεται στη ρουμελιώτικη καθημερινή διάλεκτο.
Ταυτόχρονα αυτός απ’ τα αδέλφια του είχε όλα εκείνα τα σωματικά χαρίσματα της μητέρας τους.
Ένας καστανόξανθος Απόλλωνας παίδαρος.
Ένα πορτραίτο νεαρού άνδρα, με εκθαμβωτικό και ταυτόχρονα ήρεμο δυναμισμό.
Η ιστορία του έδειξε ότι πολύ εύκολα οι γυναίκες τα χάνανε στην παρουσία του και βρίσκανε στην αγκαλιά του όλες τους τις καλοκαιριάτικες λαύρες κι' επιθυμίες.
Και σαν τέτοιος που ήτανε, δεν παντρεύτηκε. Έμεινε μοναχικός και λεύτερος να χαρεί τη ζωή του σύμφωνα με τις ιδεολογικές του θεωρήσεις.
Δεν είχε μάθει να θέτει ρεαλιστικούς στόχους στις σχέσεις του, ποτέ του δεν έκανε σοβαρή προσπάθεια να καρποφορήσει ολοκληρωτικά μια σχέση του.
Ίσως να μην καταλάβαινε την επιθυμία να αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί ολοκληρωτικά και με αφοσίωση, επειδή πιθανόν να μην αισθάνθηκε κάτι παρόμοιο για κάποια γυναίκα.
Η φυσική του σεξουαλικότητα και ο ήρεμος θελκτικός τόνος της φωνής του κυριαρχούσαν στους γύρο του. Είχε όλα τα φυσικά και πνευματικά προσόντα να κάνει αξιοζήλευτη καριέρα στους θεατρικούς χώρους.
Ήταν υπέροχος αφηγητής, τ' αδέλφια του κρέμονταν απ' τα χείλη του στις ατέλειωτες αφηγήσεις του.
Δυστυχώς δεν θέλησε ν’ ασχοληθεί.
Πολλοί το πίστευαν ότι ίσως αυτός ο χώρος να ‘ταν η ευκαιρία που θα κτυπούσε την πόρτα του, θα ‘ταν ο τόπος που θα του άνοιγε το δρόμο να φτάσει στο υπήνεμο λιμάνι της ταραχώδους ζωής του.
Στο στρατό υπηρέτησε στο Πρώτο Σύνταγμα Καταδρομών με έδρα την Ρεντίνα
Το μεγαλύτερο μέρος της εκπαίδευσης του το πέρασε στα βουνά της Ελλάδας που οι δυνάμεις αυτές ειδικεύονται στον ορεινό αγώνα, στην επιβίωση και στον ανορθόδοξο πόλεμο.
Η μετέπειτα επαγγελματική ζωή του πολυτάραχη και ασταθής. Ασχολήθηκε με μια πληθώρα από επαγγέλματα. Από δουλειές του ποδαριού μέχρι επιτυχημένες επιχειρήσεις.
Με το πέρασμα του χρόνου βυθιζόταν σε μια περιπετειώδη προσωπική αναζήτηση, εφήμερη χωρίς πρόγραμμα και σταθερότητα. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια συνεχή τυχοδιωκτική περιπέτεια που τη ζούσε μ’ έντονο και εφήμερο πάθος.
Μια εποχή τον θυμάται που με κόπο τον απέτρεψε να καταταγεί σε ιδιωτικό μισθοφορικό στρατό με έδρα το Ομάν του Περσικού κόλπου.
Η βασική του διαμονή ήταν το νησί της Ρόδου.
Μα τους χειμώνες συνήθως τον βρίσκανε ενίοτε στις σκανδιναβικές χώρες ενίοτε στην Ιρλανδία, ενίοτε στη Γαλλία η την Ολλανδία.
Ήταν νέος και τα πράγματα κατά την δική του οπτική του ερχόντουσαν ευνοϊκά στη ζωή του.
Η ανήσυχη φύση του από την εφηβεία ακόμη αναζητά να γευτεί πάμπολλες εμπειρίες, τις άγνωστες σ’ αυτόν πλευρές του κόσμου μας. Φύσει ανήσυχο και τολμηρό πνεύμα, η ζωή του ήταν μια περιπέτεια, μια αναζήτηση, μια Οδύσσεια.
Ο καιρός περνούσε και ο αδελφός του συνέχισε να περιπλανιέται. Κάθε τόσο άλλαζε πόλη και δουλειά. Στα ταξίδια του είδε ένα μεγάλο κομμάτι της Ελλάδας και της Ευρώπης χωρίς ουσιαστικά να το προσέξει. Γνώρισε πολλούς ανθρώπους, έκανε με μεγάλη ευκολία παντού φιλίες, οι γυναίκες τον εύρισκαν ακαταμάχητο τις τραβούσε σαν μαγνήτης.
Πάντα του ήταν ικανός να κάνει ενέργειες ανεπιτήδευτες, ανεξιχνίαστες, απρόβλεπτες. Δεν έμενε πολύ σε κάθε δουλειά. Γρήγορα έχανε το ενδιαφέρον του και ξεκινούσε χωρίς πρόγραμμα για καινούργιους τόπους.
Ήταν στην πραγματικότητα ένας εξευγενισμένος αληθινός νομάς στη σύγχρονη εποχή, σαν να ωθούσε τις ενέργειες του μια αθέατη φυσική δύναμη.
Περνώντας τα πρώτα χρόνια της νιότης ίσως και να είχε στιγμές που κάνοντας ενδοσκόπηση να αισθάνθηκε ότι περπατούσε λάθος μονοπάτι στη ζωή του.
Πολλές φορές, σε ώρες περισυλλογής, ίσως και να σκεπτόταν με μια αδιόρατη πίκρα ότι ήταν πολύ αργά για να αλλάξει μονοπάτι.
Το τίμημα για την αιώνια νεότητα που επιζητούσε να του ήταν βαρύ.
Κάποια στιγμή, το πορτρέτο του θα του ζήτησε την εκδίκησή του.
Και τότε, ήρθε η συντριβή.
Όλα τη στιγμή αυτή έχασαν την ομορφιά τους εξαφανίστηκαν.
Τον αδελφό του τον σκότωσε το ίδιο του το πάθος για τη ζωή. Και η ίδια η ζωή τον έδιωξε από την αγκαλιά της. Δε χρειάστηκε και πολύς κόπος για να αναποδογυρίσει το σκάφος παρασέρνοντας στο βυθό ότι υπήρχε πάνω του.
Είναι αυτό που λένε πολλές φορές… «ο αδελφός του έζησε τον… μύθο του.»
Ο σοφός παππούς τους έλεγε.
«Ο καλύτερος τρόπος για να προβλέψεις το μέλλον, είναι να το δημιουργήσεις εσύ ο ίδιος.»
Ήταν τότε μόνο σαράντα ένα χρονών.
Χάθηκε έτσι ξαφνικά.
Και δεν άφησε πίσω του ούτε ένα αντίο.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button