Ads 468x68px

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα

Βουβουτσέλια (Παναγίτσα) 1956

Πριν η Ελένη γίνει Ελένη της Τροίας ήταν η Ελένη της Σπάρτης με το μοναδικό κάλλος της. Οι γυναίκες της Σπάρτης ήταν οι πιο όμορφες.
Η μητέρα του ήταν γνήσια σπαρτιάτισσα.
Πραγματική ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Πρόκειται για μια ακραία περιοχή στο τρίτο ποδάρι της Πελοποννήσου, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ευρώπης, που γειτονεύει με το Μυρτώο πέλαγος, μια περιοχή με κακοτράχαλα βουνά, και άνυδρη όψη.
Όμορφο παράστημα καλοφτιαγμένο, σώμα ψηλό υγιές, σκελετός εύρωστος, στητός, με φαρδιούς καλοσχηματισμένους ώμους, μάτια ακτινοβόλα και λαμπερά σαν αστέρια. Μάτια απίστευτα, γραμμένα με χρώματα καθάρια, καστανά, και βλέμμα βαθύ και ευθύ. Πρόσωπο μοναδικό πάνω σε κορμοστασιά, σπαθάτη, λυγερή, λεβέντικη, χωρίς ίχνος, έπαρσης, με μια ομορφιά ξεχωριστή, που δεν είχε να κάνει με σωστές αναλογίες και αρμονικά χαρακτηριστικά αλλά με βλέμμα καθρέφτη της ψυχής.
Το βήμα της σταθερό, μεγαλοπρεπής εμφάνιση

«Τη Λήδα*** αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
που γέννησε δύο αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
το γροθομάχο• ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα»

Σαν σπαρτιάτισσα μητέρα, είχε επιλέξει να ακολουθεί κοινωνικά προσδιορισμένους κανόνες, διόρθωνε το παιδιά της ώστε να συμφωνούν με αυτούς και δεν τους επέτρεπε να κάνουν ότι ‘θελαν.
Με νοσταλγία ακόμη και σήμερα θυμάται την αυστηρή λιτή νουθεσία της, σε κάθε τους παιδική κατεργαριά.
«Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα, στον ανοικτό ουρανό, κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς.»
Που σήμαινε ότι όλος ο κόσμος έβλεπε τα πεπραγμένα τους, που σήμαινε ότι δεν είχαν τίποτα να κρύψουν, που σήμαινε ότι για τίποτα στη ζωή τους δεν θα πρέπει να ντρέπονται.
«Η ζωή σας να λάμπει σαν καθρέφτης». Συμπλήρωνε τα λόγια της.
Το αγόρι της οικογένειας που 'ρθε στο κόσμο κείνες τις μέρες ήταν το τρίτο στη γέννα της μάνας του, το στερνοπαίδι. Προηγούντο, αυτός και ο Χαράλαμπος. Και η μάνα ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρόνων.
Τ' αστέρια φέγγιζαν ακόμα κι η μέρα είχε τραβήξει μόνο μια αχνή πινελιά από φως χαμηλά στον ουρανό προς την ανατολή. Οι κόκορες λαλούσαν εδώ και λίγη ώρα, ένα πολύ ευχάριστο δροσερό αεράκι χάιδευε την κόμη και τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα των χωριατών που είχαν κιόλας αρχίσει το αδιάκοπο κουβάλημα στ’ αλώνι των δεματιών από τη μεγάλη θημωνιά, για να ακολουθήσει το αλώνισμα, που γινόταν τον μήνα του Αλωνάρη στ’ αλώνι, στο ψήλωμα, στην άκρη του χωριού.
Η κυρά Γιαννούλα, δούλευε αβίαστα κι αυτή με την κοιλιά στο στόμα, δίχως να εγκαταλείπει την προσπάθεια.
Ήταν έγκυος στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της.
Οι έγκυες γυναίκες δούλευαν ως την τελευταία στιγμή στο χωράφι, στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Εκεί συχνά τις έβρισκαν οι πόνοι του τοκετό.
Η αυγή ήρθε γρήγορα τώρα, μια πινελιά, ένα αντιφέγγισμα, μια λάμψη, κι έπειτα μια έκρηξη φωτιάς καθώς ο ήλιος αναδύθηκε πέρα από την θάλασσα της Μονεμβάσιας.
Παρά την μικρή ηλικία του συχνά απορούσε με τη σιδερένια δύναμη που έκρυβε μέσα της η υπομονετική μητέρα του. Μπορούσε ν' αντέξει την κούραση την κακουχία και την πείνα σχεδόν καλύτερα από τον πιο δυνατό άνδρα. Που βρίσκει τόση δύναμη αναρωτιόταν.
Και τώρα έβγαλε μια φωνή αγωνίας που τους άφησε άναυδους όλους στο αλώνι.
«Τη μαμή» είπε. «Φωνάξτε τη μαμή».
Ακουμπάει την πλάτη της στον κορμό και σιγά σιγά γλιστράει και ξαπλώνει ακουμπιστά στη ρίζα της κοντινής γκορτσιάς.
Οι γυναίκες αφήνουν το λίχνισμα και τρέχουν να δουν τι συμβαίνει.
Οι αχτίνες του καλοκαιρινού πρωινού ήλιου διαπερνούσαν το αραιό φύλλωμα της γκορτσιάς και ράντιζαν με ηλιόφως το χλομό και λουσμένο με κρύο ιδρώτα πρόσωπο, φωτίζοντας τη μορφή της κυρά Γιαννούλας της μητέρας του.
Άρχισαν οι πόνοι.
Ο άντρας της καβαλάει τ’ άλογο και τρέχει να φέρει απ’ το χωριό τη μαμή, που ξεγεννούσε τις γυναίκες των γύρω χωριών. Τότε δεν υπήρχαν πολυτέλειες. Μόνο πρακτικές μαμές, και πολλές φορές έλειπαν κι αυτές και ξεγενιόντουσαν μόνες τους κι αβοήθητες οι γυναίκες.
Δυο μεγαλύτερες γυναίκες, γειτόνισσες και φιλενάδες της λεχώνας διαλέξανε να αναλάβουν τα καθήκοντα της μαίας.
Με μεγάλη προσπάθεια, πολύ κόπο και αγωνία κατάφεραν να φθάσουν στην αυλή του σπιτιού κρατώντας παραμάσχαλα την λεχώνα
Έφεραν από τον κοντινό ναό του Άγιου Παντελεήμονα ένα εικόνισμα της Παναγίας της Χρυσαφίτησας, άναψαν ένα κερί και προσευχήθηκαν, για την αίσια έκβαση του τοκετού. Η κατάσταση είναι πάντοτε αβέβαιη σε μια γέννα και η "εξ ύψους βοήθεια" είναι απαραίτητη.
Άναψαν τον πέτρινο φούρνο έβαλαν τη σιδερωσιά στη φωτιά τοποθέτησαν επάνω της τη μεγάλη χύτρα του σπιτιού και έβρασαν νερό για τη γέννα.
Η κυρά Καλλιόπη έφερε μια μεγάλη πέτρα από το μπροστινό χαντάκι, την έπλυνε με καθαρό νερό και σαπούνι.
Η κυρά Γιώργαινα η στρουμπουλή μεσήλικας γειτόνισσα χοροπηδούσε απ’ την αγωνία και το άγχος της αν τα καταφέρουν μεχρι να καταφτάσει η μαμή.
-Κακούργα, περίμενε τη μαμή έλεγε στη λεχώνα.
Στο πεζούλι έξω από την πόρτα του σπιτιού κάτω από τον ίσκιο της γέρικης ελιάς έστρωσαν καθαρή μαντανία, τοποθέτησαν επάνω της την καθαρή πλυμένη πέτρα, βοήθησαν την λεχώνα να καθίσει σ' αυτή και να ανοίξει τα πόδια της, για να πετάξει πιο εύκολα το παιδί. Οι γειτόνισσες γονατιστές ανάμεσα στα σκέλια της, την υποβοηθούσαν, έσφιγγαν με τα χέρια τη μέση και την κοιλιά της ετοιμόγεννης, για να πέσει γρήγορα το παιδί και να μην ανέβει επάνω το ύστερο και το πνίξει.
Όταν το παιδί έκανε την εμφάνιση του στον κόσμο η κυρά Γιώργαινα ακουφισμένη συνέχισε να γκρινιάζει για να διώξει μακριά την αγωνία της.
-Κακούργα το έβγαλες, το έβγαλες κακούργα.
Αυτά τα λόγια μέσα στην αγωνία τους είχαν μια απίστευτη τρυφερότητα.
Δεν άργησε και ο σύζυγος να ’ρθει με τη μαμή. Η κυρά Γιαννούλα όμως είχε γεννήσει. Το παιδί είδε το φως κι άρχισε τα ουά -ουά.
«Παιδί, παιδί.» φώναξαν όλες. «Να σου ζήσει.»
Ως εκ θαύματος σώθηκε και το στερνοπαίδι, ο Χρύσανθος, και τούτο χάρη στην βοήθεια απ’ τις γειτόνισσες του οικισμού.
Μια μελωδία απλώθηκε στη φτωχική αυλή τους, καθάρια και πανέμορφη, πλούσια και ζεστή και γλυκιά, αστραφτερή και θριαμβευτική.
Ήταν όλοι ευτυχισμένοι και συγκινημένοι, όλοι συμμερίζονταν τη χαρά τους
Απέναντι από το χαντάκι, πίσω απ’ την αχυρώνα του γείτονα τους του μπάρμπα Παναγιώτη, σε μια συστάδα αγριαπιδιές, και συκιές ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν και αυτά χαρούμενα.
Η λεχώνα μετά την γέννα έμεινε στο δωμάτιο με το μωρό της, ήταν άγραφος νόμος να μην την ενοχλεί κανείς. Η απομόνωση αυτή κρατούσε σαράντα μέρες.
Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες θωράκιζαν την λεχώνα και το μωρό με ένα σωρό φυλακτά της βασκανίας για να τους προφυλάξουν από το μάτι το κακό. Έτσι, ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της μητέρας με μια σκελίδα σκόρδου, ένα φλουρί, ένα «μάτι» στο παιδί, ήταν συνήθη ως το σαράντισμα.
Σαράντα μέρες από τη γέννηση του παιδιού, η μητέρα του πήγε στην εκκλησία, για να σαραντίσει. Ταμένος ήταν στην Παναγιά την Χρυσαφίτησσα της Μονεμβασιάς.
Τ’ αλώνι πλέον αποτελεί μνημειακό αντικείμενο και παραδοσιακό τόπο του οικισμού. Παραμένει έρημο, βουβό και χωρίς ξεφωνητά. Είναι χωρίς στύλο και ερειπωμένο, γιατί η πλακόστρωσή του άρχισε με την πάροδο του χρόνου και την αχρησία να αποσαθρώνεται. Πως αλλάζουν οι καιροί.

Σημείωση:***

Στην ελληνική μυθολογία η Λήδα ήταν η μητέρα των Διοσκούρων Πολυδεύκη και Κάστορα, καθώς και της ωραίας βασίλισσας της Σπάρτης Ελένης (εκ του Διός), της Κλυταιμνήστρας, της Τιμάνδρας, της Φοίβης και της Φιλονόης εκ του συζύγου της Τυνδάρεω.
Ο μύθος λέει ότι ήταν τόσο όμορφη ώστε διεκδικούσαν την καταγωγή της αρκετές πόλεις της αρχαιότητας όπως η Σπάρτη, η Αιτωλία, η Κόρινθος.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button