Ads 468x68px

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Είχε ανδρεία και θάρρος [μέρος I] Το πρώτο μας ταξίδι

Υπήρχε μια μεγαλοπρέπεια στην εμφάνιση του, αρκετά ψηλός άνδρας,  μια φιγούρα επιβλητική, συνήθως αξύριστος, πλησίαζε τα εξήντα του χρόνια, και  διατηρούσε αξιοθαύμαστη ενεργητικότητα, ακμαία.
Του φαινόταν ότι κάποτε είχε γυμνασμένο κορμί, παρέμενε δε γεροδεμένος, δυνατός, είχε κότσια που λέμε για την ηλικία του.
Είναι ζωντανές οι μνήμες από τις αρχικές μου αντιρρήσεις, να συνεργαστώ μαζί του, χωρίς να τον γνωρίζω προσωπικά, έχοντας στο παρελθόν ακούσει διάφορες παραλλαγές του ίδιου θέματος για την προσωπικότητα του.
Βρισκόμαστε προς το τέλος του χειμώνα στα χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε, δεν ήταν παρά μόνο μόλις λίγες ημέρες που είχα γυρίσει στην πατρίδα, στη ζεστή οικογενειακή αγκαλιά από το τελευταίο μου μπάρκο, ένα μακρύ ταξίδι, και αρμένιζα τώρα σ’ ένα απόλυτα γαληνεμένο νοητικό σύμπαν.
Απρόσμενα ένα πρωινό με κάλεσε στο γραφείο του ο καπεταν Γιώργης, διευθυντής της εταιρείας, μου δήλωσε ότι θα ξεκινούσε χρονοναύλωση ένα πλοίο που ήταν παροπλισμένο με την κρίση της ναυτιλίας από το χίλια εννιακόσια ογδόντα ένα στην Ελευσίνα, με πλήρωμα από τις Φιλιππίνες και θα προτιμούσε να δεχόμουν να αναλάβω την επιστασία του μηχανοστασίου στο ξεκίνημα του.
Πλοίαρχος θα ήταν ο καπετάν Στέφανος. Είχα ακούσει κάτι φήμες, σε συνδυασμό με τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν στα καπνιστήρια για τους Χιώτες καπεταναίους κυρίως δε όσο αναφορά την παλαιά γενιά, σαν νεαρός πρώτος μηχανικός, είχα και εγώ κάποιους ενδοιασμούς και μια βαθειά δυσπιστία.
-Καπεταν Γιώργη με ρίχνεις στα βαθειά νερά να κολυμπήσω από άποψη συνεργασίας χωρίς να ξέρω μπάνιο του είπα, έχω ακούσει ιστορίες και θα είναι κρίμα στα πρώτα χρόνια της θαλάσσιας καριέρας μου να δημιουργήσω και να μου δημιουργηθούν προβλήματα.
Ο καπετάν Γιώργης ήταν ένας χαρισματικά έξυπνος άνθρωπος.
Στα οργανωτικά προσόντα στη δουλειά του ήταν απαράμιλλος, εντοπίζοντας με την πρώτη τους ικανούς, τους μέτριους και τους ανίκανους όταν το έκρινε ότι αυτό ήταν απαραίτητο. Η κρίση του απ’ όσα γνωρίζω ποτέ του δεν τον είχε προδώσει.
-- Εντάξει παραδέχτηκε αλλά να ξέρεις Θοδωρή παιδί μου, όπως με αποκαλούσε, μην ακούς τις φήμες αν δεν έχεις ιδία αντίληψη, είμαι σίγουρος δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα άκου εγώ τι σου λέω και θα το θυμηθείς.
Συμπληρώνοντας τις απαραίτητες επισκευές στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος αναχωρήσαμε για την Κωστάντζα της Ρουμανίας προς φόρτωση.
Ο πλοίαρχος αν και στην εργασία του είναι εξωστρεφής, ηγετικός, μερικές φορές ακόμη και νευρικός, έξω απ’ αυτή είναι ένας χαρακτήρας νηφάλιος, ήρεμος.
Από όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ήταν η ετοιμότητα ανά πάσα στιγμή να βρει ακροατήριο και να διηγηθεί μια ιστορία. Δεν ήταν διατεθειμένος να σ’ αφήσει να του ξεφύγεις χωρίς να ακούσεις μια ιστορία του βγαλμένη από την πολύχρονη περιπλάνηση του στους ωκεανούς.
Με την πάροδο του χρόνου είχαμε προχωρήσει σε μια πληθώρα από ιστορίες του, στο τέλος είχα χάσει το λογαριασμό, η τελική κατάληξη ήταν να επαναλαμβάνει την ίδια ιστορία αρκετές φορές, απλά και μόνο με μικρές παραλλαγές.
Με την σημερινή εμπειρία μου πλέον τολμώ να πω, συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους καλυτέρους, τέρας ψυχραιμίας, μυαλό ξυράφι, μεθοδικός.
Διασχίζοντας τα στενά του Ελλησπόντου, γίνεσαι μάρτυρας ενός ονειρικού τοπίου, με βουκολική ομορφιά που κάθε σπιθαμή εδάφους αναβλύζει, ακτινοβολεί και εκπέμπει δοξασίες, και πνευματική περιπέτεια του πολιτισμού μας στη διάβα της ιστορίας από τους αργοναύτες έως και σήμερα.
Πήρα και εγώ κουράγιο βρίσκοντας πεδίο λαμπρό να τον εντυπωσιάσω, κάνοντας μια διάλεξη με ιστορικές αναδρομές της περιοχής.
Ελλήσποντος στενό μεταξύ της ασιατικής Τουρκίας και της χερσονήσου της Καλλίπολι της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Συνδέει την αιγαία θάλασσα και τη θάλασσα του μαρμαρά, διαμορφώνοντας κατά συνέπεια μια σύνδεση στην υδάτινη οδό μεταξύ της μεσογείου και μαύρης θάλασσας. Το στενό αποτελεί ένα μέρος του ορίου μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας.
Η ονομασία προέρχεται από τον ελληνικό μύθο που είναι γνωστός από την αρχαιότητα. Το αρχαίο όνομα,  λέγεται έχει προέλθει από την Έλλη, η οποία πνίγηκε στο στενό όταν έπεσε από το πίσω μέρος του χρυσόμαλλου κριού. Επίσης Δαρδανέλια από τον Λέανδρο ένα νέο από τη Άβυδο που ήταν σφοδρά ερωτευμένος με την Ηρώ ιέρια της θεάς Αφροδίτης.Ηρώ και Λέανδρος
"Κοντά στη Σηστό, που βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή όχθη του Ελλήσποντου, υπήρχε κάποτε ένας περίλαμπρος ναός της θεάς Αφροδίτης. Ανάμεσα στις ιέρειες του ναού ήταν μια πολύ όμορφη και νέα κοπέλα που την έλεγαν Ηρώ. Στις ιέρειες που αφιέρωναν τη ζωή τους στην Αφροδίτη, απαγορευόταν ο γάμος. Αν κάποια από αυτές πρόδιδε τον όρκο της και το καθήκον της απέναντι στη θεά και αγαπούσε κάποιον άνδρα την περίμενε βαριά και παραδειγματική τιμωρία: ο θάνατος.
Απέναντι από τη Σηστό, στη Μικρασιατική όχθη του Ελλήσποντου όπου βρίσκεται η πόλη Άβυδος, ζούσε ένα όμορφο παλικάρι που τον έλεγαν Λέανδρο. Μια μέρα ο Λέανδρος, μαζί και με άλλους κατοίκους της πόλης του, πέρασε στη Σηστό και επισκέφτηκε το ναό της Αφροδίτης, όπου δινόταν μια μεγάλη γιορτή προς τιμή της θεάς της ομορφιάς. Σε μια στιγμή το παλικάρι βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με την όμορφη Ηρώ. Η ομορφιά της τον μάγεψε αλλά και η Ηρώ αισθάνθηκε αυτή τη μαγεία αντικρίζοντας τον όμορφο αυτό νέο. Η Ηρώ ξέχασε τον όρκο απέναντι στη θεά να μείνει για πάντα ανύπαντρη και να αγαπήσει κάποιον άνδρα, και ερωτεύτηκε παράφορα τον Λέανδρο.
Της ήταν αδύνατο να συναντάει τον Λέανδρο στην Άβυδο, αλλά ούτε εκείνος μπορούσε να έρχεται στη Σηστό, διότι όλο και κάποιος θα τους έβλεπε, πράγμα που θα είχε ολέθριες συνέπειες για την Ηρώ. Πρότεινε λοιπόν στο Λέανδρο να έρχεται αυτός κάθε βράδυ στη Σηστό, όχι όμως με βάρκα γιατί υπήρχε κίνδυνος να τον δουν, αλλά κολυμπώντας. Η Ηρώ θα τον περίμενε στην ακτή κρατώντας ένα λυχνάρι για να το βλέπει ο Λέανδρος και να μην χάνει τον προσανατολισμό του στο σκοτάδι. Έτσι κι έγινε. Κάθε βράδυ ο Λέανδρος έπεφτε στη θάλασσα και κολυμπούσε ως απέναντι όπου τον περίμενε η αγαπημένη του Ηρώ. Έβλεπε πάντα το λυχνάρι της τη νύχτα και δεν έχανε τον προσανατολισμό του.
Όμως, ένα χειμωνιάτικο βράδυ που φυσούσε δυνατός βοριάς, η Ηρώ δεν μπόρεσε να κρατήσει αναμμένο το λυχνάρι. Και ο Λέανδρος που έπεσε στη θάλασσα, κολυμπούσε στα τυφλά, μιας και δεν υπήρχε ο φωτεινός οδηγός του. Το δύστυχο παλικάρι δεν εύρισκε στεριά πουθενά, τα κύματα ήταν πελώρια και το σκοτάδι τον κύκλωνε παντού. Παρά τις προσπάθειές του, ο Λέανδρος άρχισε να κουράζεται από το ατελείωτο κολύμπι δίχως να βρίσκει στεριά…ώσπου δεν άντεξε. Ένα τεράστιο τον σκέπασε και τον έπνιξε. Μάταια τον περίμενε στη χειμωνιάτικη νύχτα η Ηρώ.
Το πρωί τον βρήκε νεκρό πάνω στην άμμο. Ήταν τόσο μεγάλη η λύπη και η οδύνη της που δεν μπόρεσε να αντέξει το χαμό του αγαπημένου της. Ανέβηκε λοιπόν σε ένα βράχο και γκρεμίστηκε για να συναντήσει τον αγαπημένο της Λέανδρο στον κάτω κόσμο. Θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για το θάνατό του, επειδή δεν μπόρεσε να κρατήσει το λυχνάρι αναμμένο μέσα στην παγωμένη νύχτα.
Ο μύθος του τραγικού αυτού ζευγαριού συγκινούσε αφάνταστα τους αρχαίους Έλληνες και τον κράτησαν ζωντανό για να τον μεταδώσουν από γενιά σε γενιά απογόνων, ώσπου έφτασε και μέχρι τη δική μας γενιά.."

Την επομένη της άφιξης εις τον λιμένα της Κωστάντζας βγήκαμε στην πόλη ο πλοίαρχος θα πήγαινε στον πράκτορα για υποθέσεις που αφορούσαν το πλοίο και τα φορτία του και εγώ στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης οπού θα συναντούσα την σύζυγο μου που ερχόταν από το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου μαζί με τον δίχρονο μικρό υιό μας. Στην έξοδο από την πύλη του λιμένος στη απαρχή μιας πλατείας θέλησα να αγοράσω μερικά λουλούδια σ’ ένα υπαίθριο ανθοπωλείο. Όπως κρατούσα τα χρήματα για να πληρώσω την πωλήτρια δυο νεαρά άτομα εμφανιστήκαν από το πουθενά, αυτά που οι γηγενείς ρουμάνοι αποκαλούν τουρκόγυφτους και μου άρπαξαν τα χρήματα μέσα από τα χέρια.
Τα αντανακλαστικά του θύμισαν αιλουροειδή της αφρικάνικης σαβάνας που επιτίθεται στη λεία του. Σε χρόνο μηδέν κατάφερε έφτασε και άρπαξε από το σβέρκο το νεαρό που είχε τα χρήματα μου τον ταρακούνησε και τον ανάγκασε να του παραδώσει πίσω τα χρήματα, η σκηνή ήταν απίστευτη, είχα μείνει άφωνος.
Δεν ήταν διατεθειμένος να τους αφήσει να του ξεφύγουν μου δήλωσε κοφτά.
Από τότε η  θύμηση του συμβάντος πλανιόταν συχνά ανάμεσα μας.
Θόρυβος και οχλοβοή βασίλευε στο σιδηροδρομικό σταθμό με την άφιξη του τρένου. Μεγάλο πλήθος από επιβάτες και αποσκευές συνωστίζονταν στην αποβάθρα. Παραμένοντας λίγο πίσω από την αποβάθρα παρατηρούσα καρτερικά μέσα από αυτό το χαοτικό πηγαινέλα των επιβατών τα παράθυρα των βαγονιών προσπαθώντας να εντοπίσω που βρίσκεται η σύζυγος μου.
Ενστικτωδώς την προσοχή μου τράβηξε στα μπροστινά παράθυρα, αψεγάδιαστο
γυναικείο πρόσωπο, μ’ ενα ζευγάρι πράσινα μάτια να λάμπουν σαν φρεσκοκομμένο γρασίδι, κοιτούσαν με αδημονία γύρω τους, τι πειρασμός και αυτός σκέφτηκα.
Γύρισα και πάλι το βλέμμα στο υπόλοιπο τρένο για τη σύζυγο μου, ήταν όμως πολύ αργά, πριν ακόμη τελειώσω την σκέψη  μου μια ξεκάθαρη και έξαλλη από το κακό της φωνή αντήχησε στη γλώσσα μας μέσα στη οχλοβοή.
--Εάν δεν κάνω λάθος εγώ είμαι στ’ άλλο παράθυρο.
Την κοίταξα κι αντίκρισα μέσα στην όμορφη νεανική ματιά της τη φλόγα που πρόδιδε αυτά που το μυαλό της επεξεργάζονταν.
Κάνοντας ένα μορφασμό, απελπισίας και καρτερικότητας, τα συναισθήματα μου έγιναν  μέσα μου ένα κουβάρι,  αναρωτήθηκα πως θα είναι τα χειρότερα που με αναμένουν.
--Ηρέμησε, όλα θα ξεκαθαρίσουν και θα διορθωθούν, φέρθηκες όμως πολύ απρόσεκτα, χωρίς σεβασμό, είπα ο ίδιος στον εαυτό μου.
Καθώς συλλογιζόμουν μπορούσα να καταλάβω την οργή της τα αισθήματα της.
Το ήξερε ήταν η γυναίκα που αγαπούσα, δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσει την πραγματικότητα, κι ένα περιπαικτικό χαμόγελο σκιάσε το πρόσωπο μου.
Τελικά δεν απαιτήθηκαν διπλωματικές ικανότητες υψηλού επίπεδου, ετούτη η γυναίκα έχει με το δικό της τρόπο κάτι το ξεχωριστό, η οργή της δεν κράτησε παρά ελάχιστα, γρήγορα καταλάγιασε, ένα γλυκό σαν  Ήλιος χαμόγελο χαράχτηκε στο όμορφο πρόσωπο της με αέρινη χάρη.
Ενθαρρυμένος πήρα κουράγιο, και ξεφυσώντας με ανακούφιση αισθάνθηκα το κουβάρι να ξετυλίγεται μέσα μου, όλα τα σύννεφα διαλύθηκαν.
Στην Κωστάντζα μείναμε αρκετές ημέρες, ήταν τα τελευταία χρόνια που η δύσκολη ζωή και η ανέχεια ήταν ορατή δια γυμνού οφθαλμού πλέον στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Ο καπεταν Στέφανος είχε ταξιδέψει με πλοία μεταφέροντας φορτία πολλές φορές στη Ρουμανία και γνωριζόταν προσωπικά τόσο με τις αρχές, όσο και με το προσωπικό του λιμένος.
Η φόρτωση κυλούσε ήρεμα χωρίς αξιοσημείωτα συμβάντα.
Απέναντι από την κυρία είσοδο του λιμένος βρισκόταν όμορφο κλασσικού ρυθμού κτίριο, κτισμένο μπαλκόνι στη θάλασσα που λειτουργούσε ως καζίνο προεπαναστατικά και ακολούθως είχε μετατραπεί σε εστιατόριο, για υψηλά πρόσωπα, αλλά το συνηθέστερο ήταν να  κάνουν κατάληψη τα ελληνικά πληρώματα τα περισσότερα τραπέζια στις αίθουσες και στο υπαίθριο.
Με τις γνωριμίες μας και το ανάλογο αντίτιμο είχαμε συνήθως ένα τραπέζι επάνω στο κύμα, ο πλοίαρχος εγώ η σύζυγος μου και ο μικρός υιός μας.
Ένα σαββατόβραδο βρήκαμε το εστιατόριο γεμάτο, τα συνήθη τραπέζια ήταν πλήρη ένα από αυτά είχε ταμπέλα «RESERVE», και ακριβώς πίσω του έχει ένα τραπέζι μόλις εκκενωθεί. Καλώ τον σερβιτόρο και του ζητώ να μας δώσει το «RESERVE» τραπέζι με το αζημίωτο.
--Μάλιστα κύριος μου λέει, το βλέμμα του ταξιδέψε γρήγορα γύρω του και ταχυδακτυλουργικά μεταφέρει την πινακίδα στα αποφάγια του πίσω τραπεζιού και μας βάζει να καθίσουμε  στο μπαλκόνι της θάλασσας.
Πίσω μας μόλις νεοφερμένο, σχετικά νεαρό ζευγάρι έκπληκτο κοιτάζει τη σκηνή.
Τελικά όταν καθάρισαν το πίσω τραπέζι και κάθισε το ζευγάρι, κάποια στιγμή πιάνοντας κουβέντα μάθαμε ότι ήταν επιτετραμμένος της πρεσβείας της Σαουδικής Αραβίας με την μνηστή του και το «RESERVE» τραπέζι προοριζόταν για το ζευγάρι.
Δεν αισθάνθηκα και πολύ καλά.
-- Αυτό είναι ακόμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της χώρας, αυτά παθαίνει όποιος δεν έχει DUNHILL τσιγάρα μαζί του, πάντως σας εύχομαι καλή σας όρεξη από καρδιάς, αλλά πέρα από τη θέα μην προσδοκάτε τίποτα το εξαιρετικό και ενδιαφέρον για φαγητό τους δήλωσα, και σαν συγγνώμη για να μην έχουμε τύψεις η ευγένεια τους να μας δώσει μια ευκαιρία να τους προσφέρουμε το μπουκάλι με το τοπικό κόκκινο κρασί, θα μας τιμούσε ιδιαίτερα να μην αρνηθούν.
Και το συμβάν πήρε τέλος μέσα σε απόλυτη οικειότητα φιλικά και πολιτισμένα.
Αν και η άνοιξη έχει ήδη αρχίσει, ο Ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα απειλητικά γκρίζα και μαύρα σύννεφα, που έμοιαζαν με τον καπνό από τις καμινάδες των εργοστασίων που αναδύονταν  πέρα στον ορίζοντα του λιμένος, όταν γυρίζαμε από μια συνηθισμένη έξοδο στην πόλη.
Η πόλης έχει δρόμους με δενδροστοιχίες, πολλές πλατείες και πάρκα πλημυρισμένα με εποχιακά λουλούδια. Βρισκόμαστε σε κεντρική πλατεία της και ξαφνικά αντιλαμβάνομαι την σύζυγο μου να έχει εφορμήσει μέσα στο πάρκο και αρχίζει να ξεριζώνει μερικά λουλούδια και να τα βάζει στη τσάντα που κουβαλούσε μαζί της. Αν ήταν δυνατόν να ανοίξει η γη και να με εξαφανίσει από την έκπληξη και την οργή που ένοιωσα, μέσα του έβραζε ο θυμός το έβλεπε κανείς από το τρέμουλο των χειλιών μου, εκστόμισα μερικά γαλλικά χριστιανικά.
Στο μέτωπο της φάνηκαν λεπτές ρυτίδες που πρόδιδαν τον εκνευρισμό της, ενώ συνέχιζε και ταχτοποιούσε τα λάφυρα της.
Βλέποντας γύρω μου τότε αντιλήφθηκα ότι είχα υψώσει την φωνή μου, πήρα βαθιές ανάσες και έμεινα να την παρατηρώ  να τελειώσει.
Όταν μετά παρέλευση έξι μηνών επέστρεψα στην πατρίδα έκπληκτος αντίκρισα στον είσοδο του σπιτιού μας αριστερά και δεξιά στην πόρτα δυο λευκές μπιγκόνιες τεράστιες, ύψος απίστευτο πάνω από δυο μέτρα.
Γύρισα κοίταξα ερωτηματικά τη σύζυγο μου και τα λουλούδια, για λίγο σταθήκαμε χωρίς κανένας απ’ τους δυο να μιλεί.
Μεσολάβησε ένα διάστημα σιωπής, διαισθανόμουν ότι κάτι περίμενε από μένα.
Ολόκληρη η σκηνή του επεισοδίου της πλατείας πέρασε για μια στιγμή μπροστά από τα μάτια μου, σαν μια ομίχλη της ανάμνησης του παρελθόντος.
--Τις έκθρεψε οι χριστιανική σου ευλογία εκεί στο δρόμο της Κωστάντζας μου είπε, μα καλά δε ντρεπόσουν ολόκληρος άνδρας να βρίζεις μες στο κόσμο, μου παριστάνεις και τον πολιτισμένο.
Μου εξήγησε ότι δεν είχε δει ξανά λευκές μπιγκόνιες ήταν κάτι πολύ σπάνιο στην Ελλάδα μέχρι τα πρόσφατα χρόνια, διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να τις κουβαλήσει από την Ρουμανία και μάλιστα με αυτό τον τρόπο.
Έχει έμπνευση με φαντασία, ένα ιδιαίτερο πάθος, μια τρυφερή αγάπη με τα λουλούδια και εκπληκτικά καλό γούστο.
Η φόρτωση στο λιμένα έλαβε τέλος, η αλήθεια είναι ότι διήρκησε μεγάλο χρονικό διάστημα, συνέργησε σ’ αυτό το αποτέλεσμα και οι γνωριμίες του πλοιάρχου.
Η σύζυγος και ο υιός επέστρεψαν στην πατρίδα, και το πλοίο ξεκίνησε το προγραμματισμένο του ταξίδι.
Διανύουμε ήδη τη δεύτερη εβδομάδα από την αναχώρηση, έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας το πέρασμα στα στενά με της στήλες του Ηρακλή, αναχωρώντας από την μεσόγειο θάλασσα με προορισμό το λιμένα του Νόρφολκ στις ανατολικές ακτές της Βορείου Αμερικής.
Στήλες του Ηρακλή είναι το όνομα που δίνεται από τους αρχαίους Έλληνες σε δύο οξυμένους βράχους που πλαισιώνουν την ανατολική είσοδο του στενού, το Γιβραλτάρ και η Σέουτα και διαμορφώνουν το κλασσικό πέρασμα, οι οποίοι στέφθηκαν ασημένιοι από τους φοινικικούς ναυτικούς για να χαρακτηρίσουν τα όρια της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για τους αρχαίους μεσογειακούς λαούς.
Ήταν τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου και οι θύελλες που συμβαίνουν συχνά την περίοδο της ισημερίας είχαν αρχίσει με τρομερή βιαιότητα. Όλη τη μέρα ο άνεμος ούρλιαζε και η βροχή σφυροκοπούσε το πλοίο, λες και οι μεγάλες δυνάμεις της φύσης θέλουν να γνωρίσουμε την παρουσία τους και να δείξουν στην ανθρωπότητα ότι ποτέ της δεν θα είναι ασφαλής ακόμη και  πίσω από τα κάγκελα του πολιτισμού της.
Καθώς το βράδυ έπεφτε, η θύελλα γινόταν ακόμη πιο δυνατή και θορυβώδης, εφιαλτική, ουρλιάζοντας ο άνεμος συναντούσε τον αχό της βροχής και γίνονται ένα με τον παφλασμό των κυμάτων της θάλασσας, προμηνύοντας ακόμη μια δύσκολη και βασανιστική βραδιά.
Εξαντλημένοι και κακοπαθημένοι από το συνεχές σκαμπανέβασμα του πλοίου προσπαθούσαμε να μείνουμε όρθιοι τις δυο τελευταίες ημέρες που βρισκόμασταν στο έλεος της θύελλας.
Ο καπεταν Στέφανος αρκετά έμπειρος θαλασσοπόρος με πολύχρονη καριέρα πλοιάρχου και με καταγωγή από την ναυτομάνα Χίο είχε καταφέρει και διατηρούσε ακέραια την ψυχραιμία του, ταυτόχρονα δε μου έλεγε ναυτικές ιστορίες στο μακρύ διάστημα που του κρατούσα συντροφιά στη γέφυρα του πλοίου.
--Οι Μάγνητες τολμηροί και ριψοκίνδυνοι θαλασσοπόροι από την πατρίδα του Ιάσονα αφήναν το πλοίο να αρμενίζει με τον καιρό, αυτή είναι αυθεντική μοναδική αναλλοίωτη συνταγή, όσο διαφορετικές κι’ αν είναι η εποχές μου τόνισε.
--Δεν έχεις άδικο του απάντησα, διαφορετικές εποχές, πολιτισμοί, κουλτούρες, και μνήμες ν’ αναπηδούν, και σε παρασύρουν στο χθες. Όπου και να κοιτάξεις πάντα θα βρεις κάτι που να συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Ένα ταξίδι στο χρόνο είναι η ζωή, και το ταξίδι εμπλουτίζει με εμπειρία τη ζωή του ταξιδιώτη.
--Ο αγώνας για να ανταπεξέλθεις στις αντίξοες συνθήκες της θεομηνίας απαιτεί την υπομονή και την επιμονή της Πηνελόπης, και να ξέρεις ότι κάθε εποχή που φεύγει είναι μια σελίδα που γυρίζει αλλά και η νέα σελίδα γράφεται πάντα με το ίδιο αλφάβητο συνέχισε τις ιστορίες του.
Ελέγχοντας τα νεοεισερχόμενα δελτία του καιρού σε συνδυασμό με τους χάρτες ο πλοίαρχος συνόψισε την κατάσταση, και μιλώντας ήρεμα χωρίς να υψώσει τη φωνή του διέταξε τον τιμονιέρη πορεία νότια νοτιοδυτική να αποφύγουμε το χαμηλό βαρομετρικό που απλωνόταν σε μεγάλη έκταση εμπρός μας στα δυτικά από τις Αζόρες νήσους στον ανοικτό ωκεανό.
Μερικά θέματα τα αντιμετώπιζε πολύ πρακτικά, «φροντίζοντας το καράβι να περνάει τα μεγάλα κύματα δίχως να μπατάρει», όπως συνήθιζε να λέει.
--Ανίκανοι γραφειοκράτες μουρμούρισε πολύ θυμωμένος, με την προηγμένη τεχνολογία σας που υποτίθεται ότι ήρθε να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο και να αντικαταστήσει ανθρώπους σαν εμάς.
Κάπου εδώ έξω υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος για τον οποίο δεν γνωρίζουν το παραμικρό. Είναι αυτό που λέμε η φύση σε συνδυασμό με τον ανθρώπινο παράγοντα που δεν έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά τους κόλπα.
Οι άνθρωποι λοιπόν σαν κι εμάς καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτό το κόσμο σε καθημερινή βάση για χρόνια ολόκληρα.
Διακρίνοντας την δυσφορία στον τόνο της φωνής του, προσπάθησα να διασκεδάσω την εκδήλωση της οργής του.
-- Για να το λες έτσι θα είναι, αλλά πρέπει να έχεις και πίστη στο μέλλον, ο κόσμος ανήκει στους νέους μαζί με όλα τα κουμπιά του, έχουν  αδιαμφισβήτητες ικανότητες τόνισα για να διεκδικήσουν το μέλλον με περισσότερο πείσμα.
Δεν ήταν δύστροπος άνθρωπος απλώς ήταν υπεύθυνος, αποτελεσματικός.
Ο στόχος του ήταν το επικουρικό γραφείο ενημέρωσης για ασφαλή πλεύση της ωκεάνιας διαδρομής, που τα πρώτα χρόνια, ήταν αναποτελεσματικό και πολλές φορές οι πληροφορίες τους εγκυμονούσαν και κινδύνους.
Ξημερώνοντας, το φως του πορτοκαλί  Ήλιου φώτιζε τα γαλανά νερά η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστα δροσερή, οι άνεμοι είχαν κοπάσει η διαυγής ατμόσφαιρα δεν έδειχνε ότι στο διάστημα των τελευταίων τριών ημερών, αυτό το απέραντο τμήμα του ωκεανού είχε δεχθεί την επίθεση μιας φοβερής θύελλας και είχε βρεθεί στο έλεος των ανέμων.
Η φυσική του αντοχή είχε ξεπεράσει τα όρια της εξάντλησης, με αποτέλεσμα να μην τον κολλάει ύπνος, αν και έχει διανύσει πολύ χρόνο στη γέφυρα από την στιγμή που είχε ξυπνήσει.
Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του στο φως της καινούργιας ημέρας άφησε το βλέμμα του να χαθεί στο μακρινό και φωτεινό ορίζοντα, τα μάτια του πρόδιδαν πως το μυαλό του ήταν αλλού.
Τότε ήταν που μου άνοιξε την πόρτα της ζωής του, σε κάτι πολύ προσωπικό που δεν το εκμυστηρεύεσαι στον καθένα, διηγήθηκε τα σημάδια του πόνου που κουβαλούσε στην ψυχή του, τη μεγαλύτερη τραγωδία που δε νομίζω πως θα ‘θελα να το ακούσω ότι έχει συμβεί, με λίγες λέξεις μόνο.
Δεν θα μπορούσε κανείς να συνδέσει το θάνατο μ, έναν τέτοιο άνθρωπο.
Μια ολόκληρη ζωή πέρασε για μια στιγμή μπροστά από τα μάτια του.
Μπορεί να έφταιγε η κούραση η τα γεγονότα από τις προηγούμενες ημέρες, αλλά όταν μίλησε η φωνή του φανέρωνε ασυνήθιστη πίκρα.
Έχουν περάσει μερικά χρόνια, ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό στην λεωφόρο Κηφισίας στη διάβαση των πεζών με τα φανάρια, από μια στιγμιαία ολιγωρία έφυγε από το πλάι της ο γιος του από το χέρι της μητέρας του, το κορμί του κύλησε στην  άσφαλτο, είχαν σκοτώσει το παιδί του, άφησε την τελευταία πνοή το αγγελούδι τους, εμπρός στα ματιά της μικρής του αδελφής και  της δυστυχισμένης μητέρας που με τρελή λαχτάρα σύρθηκε γρήγορα κοντά στο πεσμένο σώμα το έσφιγγε στην αγκαλιά της μέχρι που έκλεισε για τελευταία φορά τα μάτια του.
Στον απόηχο από την βουή της κυκλοφοριακής συμφόρησης ταξίδευε το κλάμα της χαροκαμένης μάνας για τη συμφορά που τη βρήκε.
Η μέρα ήταν συννεφιασμένη, βροχερή, και η ψιλή βροχή ξέπλενε το αίμα από την ανοικτή πληγή στο λαβωμένο πρόσωπο του.
--Δεν ξέρω εάν ποτέ θα τα καταφέρω να το ξεπεράσω, μια ομίχλη σκεπάζει μέσα μου τα πάντα, όλα τα πράγματα όλους τους τόπους, είναι μια ανάμνηση που αξίζει τον κόπο να την κρατήσω σφικτά.
Οι απαντήσεις γυρεύουν πάντα το μυστικό εκείνο που δε φαίνεται το κρυμμένο στις σκιές και στο σκοτάδι.
Και το τραγούδι που σφύριζε ο άνεμος εμπρός μας ανάμεσα στα ικριώματα των γερανών του πλοίου, μιλά για δυστυχία και θλίψη, για πόνο και θάνατο.
Νεώτερες οδηγίες μας  πληροφορούν ότι λιμένας προορισμού εκφόρτωσης είναι το Τσάρλεστον στην ανατολική ακτή των ηνωμένων πολιτειών, όχι το Νόρφολκ.
--Λέω ότι είναι καλυτέρα να ηρεμήσεις, νομίζω ότι είναι όλα υπό έλεγχο πλέον, στην κατάσταση που είσαι είναι καιρός να ξεκούρασης το ταλαιπωρημένο κορμί σου.
--Έχεις απόλυτο δίκιο, νοιώθω ψόφιος στην κούραση τα μέλη μου με πονάμε και το κεφάλι μου πηγαίνει να σπάσει.
--Θα έχουμε αρκετό χρόνο μπροστά μας, ώστε να κάνουμε κατάδυση στα βάθη της  ψυχής μας, και να περπατήσουμε στα μονοπάτια των αναμνήσεων από τα ταξίδια μας συμπλήρωσα.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button