Ads 468x68px

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Εκείνος, εκείνη, η θάλασσα και ο μακρινός ορίζοντας

"Στου αδελφού μου την μαρμάρινη κρύα πλάκα επάνω, 
εδέσποζε φωτογραφία μ' ένα πανέμορφο ιστιοφόρο.
Στην πρύμνη του κυμάτιζε τεραστία νορβηγική σημαία. 
Με το πέρασμα του χρόνου η φωτογραφία ξεθώριασε
σήμερα έγινε λάμψεις πάνω σ’ ένα κόκκινο φόντο.
Λες και την κοιτάζεις στο φως μεσ’ από κλειστά βλέφαρα."

Η ιστορία αυτή είναι ένας στοχασμός πάνω στη ζωή του πρόωρα αποθανόντος αδελφού μου, στα πεπραγμένα του, στους καιρούς που γνώρισε και στους απόηχους των χρόνων που πέρασαν.
Ο αδελφός μου ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, με πολλή φαντασία. Δεν είχε πάντοτε δίκιο, αλλά τον διέκρινε αξιοθαύμαστη διορατικότητα. Το κακό – αν μπορεί να το πει κανείς «κακό» - ήταν πως είχε μέσα του πολλή ενεργητικότητα και πολλά ενδιαφέροντα.  Την εποχή της ιστορίας μας δεν είχε ακόμη τριανταρίσει, κάποια μέρα ίσως, τα χρόνια κι οι ευθύνες να τον έκαναν ωριμότερο, μέχρι τη στιγμή αυτή δεν το είχαν κατορθώσει. Ήταν πολύ εύκολο να τον χαρακτηρίσει κανένας σαν περίπτωση στασιμότητας της βιολογικής του ανάπτυξης, σαν ένα σχολιαρόπαιδο που δεν μπόρεσε να μεγαλώσει.
Επεδίωκε να είναι πάντα πρόσχαρος και χαμογελαστός με όλους. Προσφιλής του συνήθεια ήταν να λέει μικρά ανέκδοτα που ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα και δημιουργούν κλίμα ζεστασιάς.
Αν και μερικοί δεν τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα, κανένας ωστόσο δεν επιθυμούσε το κακό του. Κινιόταν ανέγγιχτος μέσα στη μικρή ζούγκλα του περίγυρου του, κι είχε το χάρισμα της ειλικρίνειας. Ήταν εύκολο να μαντέψεις τις σκέψεις του, και δεν ήταν απαραίτητο να ζητήσεις την γνώμη του.
Την έλεγε πρώτος.
Ήταν το τυπικό του ανθρώπου να παίρνει τα πράγματα ελαφρά, μέχρι την τελευταία στιγμή, και στο τέλος μόνο να ξεσπά σε μια ασύγκριτη δραστηριότητα.
Ήταν η εποχή που ο αδελφός μου ζούσε στη Ρόδο. Γνώρισε το νησί πρώτη φορά πριν από μερικά χρόνια όταν το επισκέφθηκε στη διάρκεια της θητείας του με αφορμή στρατιωτικές ασκήσεις. Από τα πρώτα λεπτά που πάτησε το πόδι μου στο νησί δεν του άφησε πολλά περιθώρια συναισθηματικών επιλογών. Την ερωτεύτηκε αναγκαστικά. Και αστραπιαία. Πριν καν πατήσει το έδαφος της, ακόμα απ’ το καράβι, από την πρώτη του ματιά. Όπως ακριβώς όταν ερωτεύεσαι κάτι πριν το αγγίξεις, μόνον απ’ την αύρα του.
Η βιομηχανία αναψυχής και διακοπών είχε μεγάλη ανάπτυξη στο νησί,  και αυτό έφερε πολύ κόσμο αποφασισμένο να επενδύσει στον τομέα αυτό.
Η Ρόδος είναι από εκείνους τους προνομιούχους τόπους που διαθέτει μερικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Την μακραίωνη ιστορίας της, την μεγάλη σε διάρκεια ηλιοφάνεια το έτος, και την θάλασσα, με ότι αυτό συμπεριλαμβάνει. Αν δε σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και την φυσική ομορφιά του τοπίου, καταλαβαίνει εύκολα γιατί η Ρόδος αποτελεί ένα από τα πιο ελκυστικά σημεία της Μεσογείου.  Είναι ένα νησί γεμάτο σήμερα από αξιοθέατα που καλύπτουν τα ενδιαφέροντα και των πιο απαιτητικών επισκεπτών.
Κλείνοντας αισίως μια πενταετία στο νησί των ιπποτών, τελευταία αισθανόταν ότι η ζωή του είναι πια μόνο ρουτίνα. Η δουλειά που είχε επιλέξει σαν μεταβατική έγινε μόνιμη, πληκτική, και η σχέση του με την Ιρλανδή ζωγράφο αν και είχε κάνει τους πιο απίθανους συμβιβασμούς  κατέληξε σε αδιέξοδο. Είχε απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο, ζούσαν δύο διαφορετικές πραγματικότητες που δεν συναντιόνταν πουθενά.
Η ζωή του δεν κυλούσε σε καλά χαραγμένες ράγες, άρχιζε να νιώθει ότι έχει τελματώσει.
Το να επουλώσεις τις πληγές είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στην ζωή.
Είναι ο καιρός που πρέπει κάτι ν’ αλλάξει. K’ όμως, αυτό του φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο.
Τον πρώτο του χρόνο στη Ρόδο μπήκε στη δούλεψη μιας εταιρείας θαλασσίου τουρισμού. Έγινε κάτοχος διπλώματος ταχύπλοου και ταυτόχρονα αποφοίτησε τη ναυαγοσωστική σχολή και με την πάροδο του χρόνου έγινε το δεξί χέρι του διευθυντή της εταιρείας. Έμεινε κάτι παραπάνω από ένα χρόνο σ’ αυτή την δουλειά μέχρι που αποφάσισε να κάνει κάτι δικό του.
Αρχικά υπερεκτίμησε τις επιχειρηματικές του ικανότητες και συνάντησε μεγάλες δυσκολίες να σταθεί σταθερά στα δικά του πόδια. Από τις κοπιαστικές ατέλειωτες μέρες και τις ακόμα πιο οδυνηρές νύχτες ήρθαν επιτυχίες που σημάδεψαν την ζωή του. Μια επιχείρηση του με αντικείμενο την γρήγορη διατροφή κατάφερε να επιβιώσει στη διάρκεια της λειτουργίας της και να γίνει αρκετά κερδοφόρα επιχείρηση. Όλα κυλούσαν πάνω στις ράγες τις καθημερινής ρουτίνας, τίποτε δεν προμήνυε εκτροχιασμό κι ανατροπή. 
Δυστυχώς, σύντομα, όλα τα παραπάνω έγιναν η νέα του καθημερινότητα κι αυτό τον ασφυκτιούσε. Όμως, ο αδελφός μου ήταν γεννημένος για να γεννά συνεχώς νέες ανάγκες και να χρειάζεται καινούργια πράγματα. Πέντε χρόνια αργότερα διψούσε για νέες εμπειρίες, πούλησε την επιχείρηση που δημιούργησε και ανέπτυξε με μεράκι, με εξαιρετικά μεγάλο κέρδος.
Ο αδελφός μου όντας θαμώνας του καζίνο ξόδευε αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο του να το επισκέπτεται. Μερικές φορές όμως η διασκέδαση ξεπερνάει τα όρια, όπως έγινε στην περίπτωση του, που έχασε ένα μέρος από τα χρήματα του.
Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας τον βρήκε στους δρόμους της παλιάς πόλις να σέρνει αργά τα βήματά του. Είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Διάλεξε μια καφετέρια στο πολύβουο πεζόδρομο και κάθισε να απολαύσει μια δροσιστική μπύρα, ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από τα επιβλητικά κτίρια. Το συνηθισμένο αυτό δροσιστικό υγρό ξύπνησε τις αισθήσεις του, βοηθώντας τον να ρουφήξει απερίσπαστος τις τελευταίες αχτίδες του πορτοκαλόχρου Ήλιου. Ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Άρχισε να χαζεύει τους περαστικούς και να μεταφέρεται νοητά στις επόμενες τρεις ώρες και στην προγραμματισμένη επαγγελματική συνάντηση που θα είχε με έναν Πέρση επιχειρηματία, έχοντας κατά νου να εξασφαλιστεί το βέλτιστο αποτέλεσμα από τις διαπραγματεύσεις τους.
Ένας ντόπιος επιχειρηματίας - έμπορος έργων τέχνης - περιστασιακά συνεργαζόταν με τον αδελφό μου, ήταν αυτός που είχε προγραμματίσει αυτό το ραντεβού, δηλώνοντας του ταυτόχρονα με έμφαση.
«Για τους ξένους επενδυτές, η ευγενική συμπεριφορά, ο σεβασμός, και η προσοχή είναι απαραίτητα στοιχεία ώστε να ανοίξουν οι πόρτες σε μια επιτυχημένη επαγγελματική συνάντηση.»
Και συνέχισε με νόημα.
«Όταν η τέχνη και το εμπόριο αντιμετωπίζονται ως βασικοί πυλώνες του πολιτισμού και της κοινωνικής εξέλιξης, τότε οι λαοί διαμορφώνουν και μια κοσμοπολίτικη αντίληψη, που οδηγεί στην έννοια πρόοδος.»
Στο διπλανό τραπέζι ένα ανέμελο νεαρό ζευγάρι είχε μόλις τελειώσει το φαγητό του και επιδιδόταν σ' ένα παθιασμένο φιλί. Τα βλέφαρα φτερούγιζαν αντανακλώντας το πάθος τους και η αλογοουρά της όμορφης κοπέλας λικνιζόταν με χάρη στην πλάτη της. Ο αδελφός μου χαμογέλασε συγκαταβατικά, καθώς χαιρόταν ιδιαίτερα να βλέπει ερωτευμένους ανθρώπους να πετάνε στα σύννεφα. Είχε νιώσει αρκετές φορές ερωτευμένος με κάποιες απ' τις γυναίκες που είχε κατά καιρούς στο πλάι του, όμως ο χρόνος ερχόταν αμείλικτος ν' αποδείξει ότι ήταν ένας απλός ενθουσιασμός. Η ιστορία δίδασκε ότι ο αδελφός μου πάντα έφευγε πρώτος από τις σχέσεις του. Εκείνο το γκρίζο δευτερόλεπτο που διαισθανόταν ότι σπαταλάει τις σταγόνες της ψυχής του σ' έναν δεσμό χωρίς μέλλον, εξαφανιζόταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Αντιλαμβανόταν την ψυχή του ως πεπερασμένη κι ήθελε να διαφυλάξει το μεγαλύτερο δυνατό μέρος της ατόφιο για τη δικιά του μελλοντική πριγκίπισσα της καρδιάς του.
«Ο έρωτας είναι σαν μια καινούργια χώρα που ναι μεν κρατάς χάρτη για να την ανακαλύψεις αλλά στο βάθος εύχεσαι να χαθείς στα σύνορα της». Μιλούσε στον εαυτό του,  μιλούσε μέσα του.
Χαμογέλασε ενθυμούμενος τα παιδικά μας χρόνια και τις διηγήσεις του σοφού παππού μας.  «Είστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό όπως τα δέντρα. Όταν το πιστέψετε μπορείτε να ανθίσετε». Μας έλεγε με στοργική  αγάπη.
Με τον Τζαφέρ –όπως λεγόταν ο Πέρσης-  είχαν γνωριστεί μια κρύα νύχτα του τελευταίου χειμώνα την ώρα που ολόκληρη η πόλη κοιμόταν εκεί που μπορείτε να ικανοποιήσετε την αδρεναλίνη σας ή να απολαύσετε τον καφέ και το ποτό σας  στο πολυτελέστατο μπαρ του Καζίνο της Ρόδου.  Ήταν ένας τριανταπεντάρης κοσμοπολίτης άνδρας με καταγωγή από την Περσία κι από το κλειστό κύκλο του ανατραπέντος Σάχη. Τη νύχτα εκείνη φλυάρησαν ευχάριστα για αρκετό χρονικό διάστημα. Έκτοτε οι δρόμοι τους μέχρι και σήμερα δεν ξανασυναντήθηκαν.
Απόψε συναντιούνται και πάλι. Το ραντεβού με τον Τζαφέρ ήταν για τις εννέα και μισή άλλα φρόντισε να φτάσει δέκα λεπτά νωρίτερα Το γραφείο του Πέρση όπου θα γινόταν η συνάντηση ήταν σ’ να στενό δρόμο της παλιάς πόλις, στο εσωτερικό μια μικρής αυλής που δεν την έβρισκε κάνεις εύκολα. Ο αδελφός μου ενστικτωδώς το σημείωσε αυτό στο μυαλό του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένστικτο κι η διαίσθηση του τον προειδοποιούσαν. Το στομάχι του σφίχτηκε. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι αυτό που ένοιωθε είναι το τρακ της συνάντησης.
Σαν έφτασε βρήκε τον Τζαφέρ να  τον περιμένει στο δροσερό περιβάλλον του γραφείου. Το εσωτερικό του γραφείου με την εμφάνιση του έδινε την εντύπωση, άνεσης και πλούτου για τον ιδιοκτήτη του. Ο Τζαφέρ περνούσε λίγα χρόνια τον αδελφό μου αλλά τα γκριζαρισμένα μαλλιά πρόσθεταν αλλά πέντε στην ηλικία του. Ήταν ένας εύρωστος άνδρας γύρω στο μπόι του αδελφού μου – ένα ογδόντα τέσσερα – γεροδεμένος. Απόπνεε έναν αέρα ήρεμης αυτοπεποίθησης που δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ανθρώπου καλόβολου και ευτυχισμένου. 
Αντάλλαξαν χειραψία επιφυλακτικά αναμετρώντας ο ένας τον άλλο. Τότε από το πρόσωπο του αδελφού μου φάνηκε ένα διάφανο χαμόγελο. Ήταν το χαμόγελο του άνθρωπου που ενώ ανάλαβε μια δουλειά για την όποια δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα, είχε αποφασίσει να την κάνει όσο καλύτερα μπορούσε.
Ο Τζαφέρ του εκμυστηρεύτηκε πως είχε μια εταιρία με πλούσια εμπειρία σε υπηρεσίες που προσφέρονται σε ξενοδοχεία και στη θάλασσα στο χώρο σκαφών αναψυχής στη περιοχή του περσικού κόλπου. Απόφαση του ήταν να προχωρήσει σε παρόμοιες επενδύσεις στο νησί της Ρόδου και αναζητούσε συνεργάτη ικανό να μπορεί να διαχειριστεί την επένδυση. Το ζήτημα της χρηματοδότησης ήταν αποκλειστικά δική του ευθύνη, αυτός απλώς αναζητούσε τον άξιο μάνατζερ ώστε να προχωρήσει τα επιχειρηματικά σχεδία του.
Περνώντας οι μέρες ο αδελφός μου με τον Τζαφάρ είχαν δημιουργήσει μια περίεργη σχέση, που ήταν ταυτόχρονος φιλική και τυπική. Αν και είχαν πλέον μια οικειότητα που τους επέτρεπε να αποκαλούνται με τα μικρά τους ονόματα, ο αδελφός μου συνέχιζε να έχει ελάχιστες πληροφορίες για το παρελθόν του Τζαφέρ, και είχε σκεφτεί πολλές και διαφορετικές θεωρίες.
Ανάμεσα στα σχέδια τους ήταν και η αγορά ενός σκάφους με αντικείμενο τον θαλάσσιο τουρισμό. Ο αδελφός μου γνώριζε ότι στην αγορά προσφερόταν προς πώληση ένα παραδοσιακό εντυπωσιακό ξύλινο σκάφος αναψυχής, ένα τρεχαντήρι 18 μέτρων ο πιο χαρακτηριστικός και διαδεδομένος τύπος ξύλινου σκάφους στο Αιγαίο. Ένα σκαρί ναυπηγημένο στους φημισμένους ταρσανάδες της Σάμου.
Ήταν χωρίς υπερβολή ένα εντυπωσιακό σκάφος. Ήταν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο με πευκόξυλο από τα δάση της Σάμου.  Φαρδύ στη μέση και με χαμηλά ύφαλα είχε έντονα καμπυλωτές πρύμη και πλώρη κι ένα σκαλιστό άλμπουρο που ορθωνόταν ψηλά πάνω από την κουπαστή. Σαν ιστιοφόρο ήταν καλά εξοπλισμένο μ’ έναν τρίγκο μια μπούμα και δυο φλόκους. Ήταν ένα τυπικό δείγμα τρεχαντήρι, ήταν εντυπωσιακό και πολύ όμορφο. Το καθόλου ευκαταφρόνητο αμπάρι του είχε μετατραπεί σε καμπινές και το κατάστρωμα σε γέφυρα μ' ένα τεράστιο σαλόνι.
Μετά από μερικά τηλέφωνα έμαθε ότι το όμορφο σκαρί βρίσκεται αυτή την εποχή σε μαρίνα σκαφών αναψυχής στην Αττική.
Αναχώρησε αρχικά με το πλοίο της γραμμής για το νησί της Κω, να τακτοποιούσε κάποιες εκκρεμότητες σε μια μικρή επιχείρηση ειδών τουρισμού που συνεργαζόταν και ακολούθως θα πετούσε για την Αθήνα να συναντήσει τον πωλητή του σκάφους.
Το πρωινό τον βρήκε καθισμένο αναπαυτικά στη μικρή αίθουσα του αεροδρομίου, βλέποντας το πολύβουο πλήθος που ξεχυνόταν μπροστά του σαν ορδή μυρμηγκιών. Ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, αρωμάτων και εκφράσεων γέμιζε το οπτικού του πεδίου. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε να καταγράψει τις εικόνες. Στο μαύρο φόντο των βλεφάρων του μια απρόσκλητη λάμψη άρχισε να μεγαλώνει. Όταν τα άνοιξε ξανά, ανακάλυψε μια φωτεινή γυναικεία οπτασία. Εστίασε ο βλέμμα στο πρόσωπο το σαγηνευτικά οικείο σ' αυτόν.
Η Ζανέτ!
Ήταν η λάμψη που αποτυπώθηκε στα βλέφαρά του, με τα ελεύθερα πυρρόξανθα μαλλιά της να πλαισιώνουν τ’ όμορφο πρόσωπο της.
Τα μάτια της γαλάζια με ασυνήθιστο βάθος. Η μυτούλα της αναιδής και τα σαρκώδη χείλη της μισάνοιχτα καθώς εισερχόταν στην κλιματιζόμενη αίθουσα με την θορυβώδη παρέα της.
Ο ήλιος της μεσογείου δεν είχε καταφέρει να σβήσει τις απαλές φακίδες που μόλις διακρίνονταν κάτω από το ηλιοκαμένο χρώμα της
Το σοκ ήταν ευχάριστο σαν βουτιά σε βουνίσιο χείμαρρο.
Στη θέα της αναρίγησε, αλλεπάλληλα κύματα άδραξαν τα σωθικά του και διάφορες εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του.
Εκείνη τη στιγμή η Ζανέτ ειδοποιούμενη από κάποιο τηλεπαθητικό ένστικτο γύρισε προς το μέρος του και διέκρινε την ψηλή σιλουέτα του να κάθεται ανάμεσα στο πλήθος.
Για ένα λεπτό που κράτησε όσο μια αιωνιότητα, έμεινε σιωπηλή, κεραυνοβολημένη, από ένα αίσθημα κατάπληξης.
«Θεέ μου» ψιθύρισε.
Το βλέμμα τους έσμιξε και μείναμε να κοιτάζονται.
Πετάχτηκε όρθιος και με ένα τελευταίο βήμα εξαφάνισε την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα τους.
«Πρέπει να κόψουμε αυτές τις συναντήσεις» της είπε. «Θ’ αρχίσουν να μας υποπτεύονται»
Ένα χαρούμενο πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στο δροσερό πρόσωπο της.
Η αντίδραση της ήταν άμεση, όσο για τον τόνο της φωνής της, διατηρούσε πάντοτε τη  χαρακτηριστική μουσικότητα.
«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ξανανταμώνουμε, Χαρούμενο κάθαρμα!» του φώναξε εγκάρδια.
Φτερούγισε η καρδιά του, κάτι σαν ρίγος, κάτι δύσκολο να περιγράψει, ένοιωσε ανατριχιάζοντας, ενώ τα χέρια τους δυνάμωναν το σφίξιμο τους. Όχι ακριβώς σεξουαλικό, αλλά μάλλον ένα είδος εσωτερικής επικοινωνίας.Τα χεριά τους χωρίστηκαν. Ο δεσμός ανάμεσα τους διακόπηκε, αλλά δεν χάθηκε.
Είχαν συναντηθεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Την ύπαρξη με τη μικροσκοπική ελιά πάνω απ' τα χείλη την γνώριζε πολύ καλά εδώ και τρία χρόνια. Το μυαλό του έκανε χιλιάδες συσχετισμούς ταυτόχρονα, ταξιδεύοντας σε ενδόμυχες διαδρομές.
Ο χρόνος γύρισε πίσω τρία ολόκληρα χρόνια και «βυθίστηκε» στις αναμνήσεις του.
Ήταν όλοι τους νεαροί έως τριάντα ετών από διάφορες χώρες της Ευρώπης, με αφοπλιστική άνεση στον λόγο και στη σωματική επικοινωνία. Αποτελούσε κι εκείνος κρίκο μιας εκλεκτής παρέας που μοιράστηκαν εμπειρίες και βιώματα απολαμβάνοντας το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού. Οι γυναίκες της παρέας ήταν στην πλειονότητά τους ξανθιές, όμορφες, γεμάτες δυναμισμό και γοητεία υπεροχής. Η ζεστή αύρα του και το πλατύ χαμόγελο του, κέρδιζαν αμέσως τις εντυπώσεις και τον καθιστούσαν στο επίκεντρο.
Ο κόσμος είναι όμορφος ακριβώς γιατί αποτελείται από χιλιάδες αγόρια και χιλιάδες κορίτσια.
Η Ζανέτ ήταν γέννημα θρέμμα το Νορβηγικού βορρά, εκεί που τα βράδια του καλοκαιριού οι εποχές μπερδεύονται. Τα μεσάνυχτα το φως του ήλιου στο βάθος του ορίζοντα παραμένει ακόμα αχνό, άλλα υπαρκτό μέσα σ’ ένα βαθύ μπλε τοπίο. Μεγάλωσε δίπλα στη θάλασσα και τα καταπράσινα δάση, με προπάππο ναυτικό και θείους ιστιοπλόους, είχε από πολύ μικρή τη θάλασσα στο αίμα της. Από πιτσιρίκα είχε ένα δικό της βαρκάκι κι έκανε συνεχώς βόλτες.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της, εργάστηκε στην εταιρεία πετροχημικών της οικογένειας, όμως πολύ σύντομα κατάλαβε ότι η συμβατική ζωή δεν της ταιριάζει. «Σε αντίθεση με τις φίλες μου, που ήθελαν να κάνουν καριέρα και οικογένεια, εγώ ήθελα να ταξιδεύω» έλεγε η Ζανέτ η οποία μέσω κοινών γνωστών είχε γνωρίσει τον αδελφό μου όταν η οικογένεια της πέρασε τις καλοκαιρινές διακοπές, με το ιδιόκτητο καταμαράν τους στο νησί της Ρόδου. Η οικογένεια της είχε στην κατοχή της ένα καταπληκτικό πανέμορφο λευκό με μαύρα ύφαλα ιστιοπλοϊκό καταμαράν.
Η Ζανέτ και ο αδελφός μου δεν ήταν παρά απλοί φίλοι.
Ήταν όμως, εξίσου αληθινό πως είχαν συμπαθήσει πολύ ο ένας τον άλλο, και πως όλοι στην παρέα το είχαν καταλάβει. Πολλοί από το περιβάλλον της Ζανέτ της είχαν πει επιδοκιμαστικά «Λιώνεις τον πάγο» και το κομπλιμέντο την είχε κολακέψει.
Τα αισθήματα του αδελφού μου ήταν τα φυσιολογικά αισθήματα οποιουδήποτε άνδρα προς μια κοπέλα τόσο γοητευτική όσο η Ζανέτ. Δεν ήξερε αν η σχέση εξελίσσονταν σε κάτι πιο σοβαρό. Δεν ήταν άλλωστε ακόμη σίγουρος αν ήθελε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ούτε η Ζανέτ από την πλευρά της ήταν σίγουρο ότι το ήθελε. Μερικές φορές χανόταν μέσα στις ονειροπολήσεις, όπου η καριέρα της είχε δευτερεύουσα σημασία. Θα παντρευόταν φυσικά μια μέρα κι ο άνδρας που θα έπαιρνε θα ήθελε να έμοιαζε πολύ με τον αδελφό μου. Το ότι θα μπορούσε όμως να ήταν ο ίδιος ο αδελφός μου ήταν μια σκέψη που απέφευγε να την κάνει. Την γοήτευε με την απλότητα του, με την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του, με το ανέμελο ντύσιμο του – φορούσε σχεδόν πάντα τζιν – με τη φανερή περιφρόνηση του για την παράδοση και με την ακόμη πιο φανερή στάση του να μην τον δαμάσει η καθημερινότητα. Ο αδελφός μου ήταν η μεσογειακή φιγούρα του γοητευτικού νεαρού άνδρα που τραβούσε τα βλέμματα των θηλυκών που προσπερνούσε. Τα πάντα ήταν άψογα πάνω του. Κορμοστασιά ευθυτενής. Μαλλιά καστανόξανθα περιποιημένα, ελαφρώς κυματιστά. Πρόσωπο καθάριο. Βλέμμα ζεστό, διαπεραστικό μα και υπεροπτικό ανάβλυζε από τα μελιά του μάτια.
Έλξη υπήρχε δεν χωρούσε καμία αμφιβολία, έντονη και από τις δυο πλευρές.
Βρέθηκαν στο αεροπλάνο. Μ’ ένα μαγικό τρόπο κατάφεραν να κάθονται πλάι πλάι.
Το νησί του Ιπποκράτη, και οι ηλιόλουστες ακτές του βρισκόταν από κάτω τους καθώς το τζετ, που ανυψωνόταν τους έφερνε όλο και ψηλότερα στον ουρανό.
Ο Ζανέτ διάβαζε την εφημερίδα με απολυτή αυτοσυγκέντρωση που όμως δεν μπορούσε να ξεγελάσει τον αδελφό μου ούτε για μια στιγμή. Αποφάσισε να περιμένει για λίγο και να κάνει μερικές ερωτήσεις κατά την διάρκεια της πτήσης.
Αυτή ύψωσε το βλέμμα της, περιμένοντας τον αδελφό μου να μιλήσει πρώτος.
«Έχει περάσει καιρός από τότε.», μουρμούρισε αμήχανα.
«Από τότε που χωριστήκαμε, πόσες φορές η αύρα της άνοιξης διαδέχτηκε την πάχνη του χειμώνα;» τον ρώτησε.
Ακούγοντας τη να ομιλεί έτσι ο αδελφός μου του ξαναήρθαν στη μνήμη οι όμορφες εκείνες εποχές που ένοιωθε απέραντη τρυφερότητα γι’ αυτήν.
Ρουφούσε τα λόγια της και τα χρώματα που έβγαζαν οι λέξεις της, και τις μυρωδιές που έμοιαζαν σαν υπογραμμίσεις στις φράσεις της.
«Ε λοιπόν δεν θα σου έλεγα ψέματα, αν σου έλεγα ότι σε σκεπτόμουν όλο αυτόν τον καιρό.»
Της τόνισε με απόλυτη ειλικρίνεια.
Στη συνέχεια η πτήση για την Αθήνα ήταν επεισοδιακή με αναταράξεις.
Του κράτησε σφικτά το χέρι.
Ο αδελφός μου ανταποκρίθηκε ακουμπώντας στοργικά το χέρι στους ώμους της.
Ήταν σαν να προσπαθούσε να παρασύρει ο ένας τον άλλο σε άγνωστα νερά, μα κανείς δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει πρώτος, αλλά και κανείς δεν ήθελε ν’ αντισταθεί στο δυνατό ρεύμα.
Η Ζανέτ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να χαλαρώσει.
Μετά βυθίστηκαν στη σιωπή απορροφημένος ο καθένας από τις σκέψεις του.
Έκλεισαν τα μάτια κι όταν τα ξανάνοιξαν, μολονότι νόμιζαν πως πέρασαν μόλις λίγες στιγμές, διαπίστωσαν ότι ετοιμάζονταν να προσγειωθούν. Σηκώθηκαν απρόθυμα από τις θέσεις τους.
Το βραδάκι βρέθηκαν να συνωστίζονται οι δυο τους στα στενά δρομάκια και τις γραφικές πλατείες της Πλάκας. Το βράδυ ο ιερός βράχος της Ακρόπολης φάνταζε σαν κορώνα πάνω από την Πλάκα, λουσμένος καθώς ήταν στο φως των προβολέων που τον τύλιγαν σε μια γλυκιά άχλη. Την επομένη η Ζανέτ αναχώρησε για τις Σπέτσες να συναντήσει τους δικούς της.
Το προς πώληση παραδοσιακό σκάφος βρισκόταν ελλιμενισμένο στο λιμανάκι της Ζέας όπου επικρατεί συνωστισμός και φασαρία και πολλά σκάφη χρησιμοποιούν την μαρίνα για χειμερινό αγκυροβόλιο.
Για τον αδελφό μου υπήρχαν ακόμη πολλά πράγματα που έπρεπε να μάθει για το παραδοσιακό σκάφος αναψυχής. Ο πιο κατάλληλος να τον βοηθήσει ήταν ο Αλέκος. Ο Αλέκος ήταν ένας νεαρός άνδρας που είχε εργαστεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι μαζί με τον αδελφό μου στην εταιρεία ιστιοφόρων σκαφών αναψυχής – σκιπερς- και είχαν δημιουργήσει μια εγκάρδια σχέση μεταξύ τους.
Ο πατέρας του Αλέκου, ψηλός λεπτός με πυκνά ακατάστατα μαλλιά και έντονα μαυρισμένο δέρμα, έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στο χώρο της κατασκευής και εμπορίας σκαφών αναψυχής με έδρα στη Δυτική Αττική και καλύπτει τον ευρύτερο χώρο της Ελλάδος ήταν αυτός που ανέλαβε να τον βοηθήσει. Άλλωστε το σκάφος αυτό είχε περάσει αρκετές φορές από το καρνάγιο του. Ήταν ένας κρητικός στην καταγωγή δαιμόνιος επιχειρηματίας, που ανδρώθηκε στη δύσκολη δουλειά της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης της ευρύτερης περιοχής και η επιχείρηση του ανθούσε. Η αγορά είχε σε μεγάλη υπόληψη τις ικανότητες του. 
«Ωραία ξέρεις στ’ αλήθεια ποιος είναι ο μυστηριώδης εργοδότης σου.» Τον ρώτησε τον αδελφό μου. «Λοιπόν άκουσε καλά τι θα σου πω. Εγώ τον γνωρίζω γιατί κάποια στιγμή τον είχα πελάτη.
Για τον Πέρση φίλο σου οι γνώμες διίστανται. Κατ’ άλλους είναι λαθρέμπορος, και κατ’ άλλους δαιμόνιος επιχειρηματίας. Εγώ τον θεωρώ λίγο και από τα δυο.
«Ο Τζαφέρ έχει διασυνδέσεις με Ινδούς και Πακιστανούς εμπόρους χρυσού. Είναι κρίκος μιας αλυσίδας που διακινεί παράνομα χρυσό από το Ντουμπάι στην Ινδία.»
«Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά» του είπε ο αδελφός μου, βηματίζοντας νευρικά για να απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας που τον είχε πλημμυρίσει.
«Εγώ απλά προσπαθώ να σε προειδοποιήσω.»
«Καλύτερα να το ξανασκεφτείς»
«Μην μπαίνεις σε τέτοιους μπελάδες.» Συμπλήρωσε.
Τον απέτρεψε να δεχτεί αυτή την συνεργασία. Το θεωρούσε λάθος.
Μια αρχική παγωνιά σκέπασε ολόκληρο το κορμί του αδελφού μου, καθώς σκέφτηκε το δίλλημα που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει. Η αλήθεια είναι ότι μ’ αυτά που άκουσε, μια ακόμη επαγγελματική ευκαιρία που του κτυπούσε την πόρτα έπρεπε να την απορρίψει. Ωστόσο δεν σήκωσε και μαύρα πανιά. Το ένστικτο του έλεγε ότι κάτι έκρυβε εκείνο το γραφείο πίσω από τη μικρή αυλή, αλλά ποτέ του δεν είχε αντιληφτεί τίποτα το σοβαρό.
Τις επόμενες ώρες είχε συνέλθει τελείως, ήταν εξαιρετικά ευδιάθετος. Δε θα ‘λεγες ότι δεν του καιγόταν καρφί. Ήταν όμως φανερό ότι ένοιωθε απελευθερωμένος. Αποφάσισε ότι δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να υποφέρει επειδή είχε αποτύχει να μαντέψει την πραγματικότητα που κρυβόταν πίσω από τις επαγγελματικές ασχολίες του Πέρση.
Δεν ήταν λοιπόν μεγάλη έκπληξη ότι ο αδελφός μου αποφάσισε να ακυρώσει το ραντεβού με τον μεσίτη του παραδοσιακού σκάφους. Είχε πάρει ήδη το μονοπάτι που θα τον ταξίδευε στα μυστικά βάθη μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Πέντε ώρες αργότερα σαλπάριζε με το πλοίο της γραμμής για τις Σπέτσες. Το γλυκό απογευματινό φως τον βρήκε ακουμπισμένο στην κουπαστή του πλοίου. Αγνάντευε το νησί και ένοιωσε χαμένος μέσα σε βαθιά γαλάζια μάτια και στο άρωμα που άφησε πίσω της η ηλιοφίλητη επιδερμίδα της.
Όταν η Ζανέτ έκανε την πρόταση στον αδελφό μου αν ήθελε να ταξιδέψουν με το ιστιοπλοϊκό νότια προς τη Μονεμβάσια και Ελαφόνησο αυτός παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του ενθουσιάστηκε από την ιδέα. Το αναζητούσε αυτό, να φύγει μακριά, αναζητώντας καταφύγιο στην ηρεμία της θάλασσας. Εκεί πίστευε πως θα γιάτρευε τις πληγές του με τους ήχους του άνεμου και των κυμάτων.
Πιότερο από ποτέ, σήμερα λαχταρούσε να σαλπάρει και πάλι για κείνους τους  τόπους, που ‘χεν ακούσει τόσες και τόσες ιστορίες στα χρόνια που κύλησαν από τον ξενιτεμό τους.
«Είναι καλός καιρός για μετακίνηση;» τον ρώτησε την επομένη το πρωί. «Ο καλύτερος» της απάντησε και ήθελε τόσο πολύ να γευτεί την ευφορία μέσα στο αλάτι της θάλασσας.
Να ξεδιψάσει δηλαδή σε κείνη την  ακτή που βρέχεται από όλα τα… ενδεχόμενα.
Μετά τη ρώτησε επιφυλακτικά. «Και ποιος θα πλοηγήσει το σκάφος».
Η Ζανέτ έδειξε θιγμένη.
«Εγώ φυσικά». Απάντησε. «Το έχω κάνει πολλές φορές».
Περίμενε να αμφισβητήσει ο αδελφός μου τις ικανότητες της, αλλά αυτός το απέφυγε. Είχε αντιληφθεί πως η Ζανέτ ήταν ισορροπημένη κοπέλα, ίσως παραπάνω από όσο έπρεπε. Όταν διατεινόταν ότι μπορεί να κάνει μια δουλειά, δεν έλεγε ποτέ ψέματα.
Υπήρχε ωστόσο, ένα ακόμη σημείο που έπρεπε να κανονίσουν. Το σκάφος έπαιρνε τέσσερα άτομα. Έπρεπε να βρουν τους άλλους δυο.
Φίλοι του υγρού στοιχείου και οι δυο, τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τον Ποσειδώνα! Με δίπλωμα ναυτοσύνης οι δυο τους, έδειξαν εμπιστοσύνη στην πείρα τους κι αποφάσισαν να ξελογιαστούνε από το μουσικό θρόισμα του αέρα στα πανιά, να μεθύσουν από το συρτό ήχο που κάνει το σκάφος γλιστρώντας στα κύματα!
Μονάχοι τους!.
Γενικά από πλευράς καιρικών συνθηκών οι πρώτες μέρες του Αυγούστου ήταν φθινοπωρινές. Σαν Οκτώβρης ήταν! Συννεφιά, ισχυροί άνεμοι και βροχές. Ο αδελφός μου το έβρισκε εντελώς ασυνήθιστο, και αστείο μαζί, να είσαι Αύγουστο στην Ελλάδα, και μάλιστα στις Σπέτσες, και να είσαι κουκουλωμένος με νιτσεράδα!
Εκείνο το πρωί όμως ήταν χαρά Θεού, η θάλασσα γυαλί. Ο ήλιος αναδυόταν μέσα από το Αιγαίο πέλαγος γεμίζοντας τον γαλάζιο ουρανό με πορτοκαλί λιωμένα τριαντάφυλλα. Ζέστη και μια διαύγεια στην ατμόσφαιρα απίστευτη, με ασθενείς άνεμους, ανήμπορους να φουσκώσουν τα πανιά του ιστιοπλοϊκού. Ακατάλληλος καιρός για ιστιοπλοΐα.
Μπρος η μια μηχανή λοιπόν, με πέντε κόμβους ταχύτητα, το σκάφος απέπλευσε από το κοσμοπολίτικο λιμένα των Σπετσών αφήνοντας  πίσω του το ακρωτήριο του Ζάστανο, αθόρυβα και αργά, αλλά σταθερά, έβαλε πορεία στο νοτιά, πλώρη για το Κυπαρίσσι και τη Μονεμβάσια. Με το μεγάλο τιμόνι να κάνει ένα "κλικ", πότε αριστερά και πότε δεξιά, στην προσπάθειά του να υπακούσει στις εντολές του αυτόματου πιλότου. Το καταμαράν είναι το κατ’ εξοχήν σκάφος κρουαζιέρας. Ξακουστό για την όρθια, γρήγορη και ασφαλή πλεύση του σε όλες τις θάλασσες, έχει μικρό βύθισμα και εύκολο χειρισμό. Πλεονεκτήματα του, που το κάνουν ασυναγώνιστο σε σχέση με πολλά συμβατικά σκάφη. Λόγω του πλάτους και των δυο πλωτήρων του, όταν αρμενίζει με τα πανιά δεν παίρνει κλίση, αλλά ταξιδεύει ίσια  και έτσι, οι επιβάτες έχουν το μέγιστο της ασφάλειας και της απόλαυσης του ταξιδιού. Λόγω του μικρού βυθίσματος των πλωτήρων, γλιστράει γρήγορα και αθόρυβα πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, πάει παντού γρήγορα, άνετα και με ασφάλεια. Είναι από τα ασφαλέστερα ιστιοπλοϊκά σκάφη πρακτικά αβύθιστο, παντός καιρού, ικανό να διασχίσει και ωκεανούς. Ταυτόχρονα με τις δυο μηχανές του, μία σε κάθε πλωτήρα ότι και να συμβεί, και με μία θα φτάσει με ασφάλεια στο λιμάνι του. Ακόμη, με τις δυο μηχανές, οι μανούβρες και η προσέγγιση και στο πιο δύσκολο λιμάνι γίνονται ευκολότερα. Είναι το συνώνυμο της άνεσης και της απόλαυσης.
Είχαν απομακρυνθεί από τις Σπέτσες όταν τους θυμήθηκε ο Αίολος. Άνοιξαν τα πανιά και το ιστίο της πλώρης φούσκωνε από υπερηφάνεια. Είναι απίστευτη η δύναμη που κρύβει μέσα του ο αέρας! Με το πανί πλανάριζε το καταμαράν, ελαχιστοποιώντας έτσι την απόσταση που τους χώριζε από τον προορισμό τους.. Κάμποσες ώρες γλιστρούσαν ανάλαφρα στα κύματα, και στον ορίζοντα, εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Ήταν ένα γαλήνιο θέαμα να παρατηρείς το διπλό αφρισμένο αυλάκι που άφηναν στο πέρασμα τους και να χαϊδεύεις με το βλέμμα τα τεντωμένα και πανίσχυρα πανιά.
Από το Μυρτώο πέλαγος κρυφοκοιτάζουν πίσω από τις σχισμάδες των βράχων, και ο προορισμός τους έρχεται όλο και πιο κοντά.
Το Κυπαρίσσι!
Ανταύγειες εαρινού κήπου, άνθη ευφροσύνης σε τούλι μαγικό. Αεί ζωή και ρέμβη αγαλλίασης.
Το Κυπαρίσσι ίσως είναι ένας από τους ελάχιστους ανεπιτήδευτους παραδοσιακούς οικισμούς των ακτών του Μοριά που διατηρεί το χρώμα και τη γραφικότητά του. Βέβαια σ’ αυτό συντέλεσε η μακρόχρονη οδική απομόνωση του. Το Κυπαρίσσι ή αλλιώς Βρύση- ο παλαιότερος συνοικισμός εκ των τριών οι οποίοι αποτελούν σήμερα το χωριό (Παραλία, Μητρόπολη, Βρύση), βρίσκεται χτισμένο εκατό μέτρα ψηλά απ’ τη θάλασσα, σε μικρή απόσταση απ’ αυτήν, σε θέση με πυκνή μεσογειακή βλάστηση από πεύκα, πρίνα, χαρουπιές και κυπαρίσσια. Είναι αθέατο από την παραλία και κτίσθηκε έτσι για λόγους ασφάλειας από τους πειρατές, όταν αυτοί λυμαίνονταν τις ακτές της Πελοποννήσου. Αργότερα όταν πέρασε ο κίνδυνος, δημιουργήθηκαν οι παραθαλάσσιοι οικισμοί Παραλία και Μητρόπολη, τα επίνεια του Κυπαρισσιού.
Ανάμεσα στην Παραλία και στην Μητρόπολη απλώνεται μια υπέροχη απλωτή ακτή. Η ακρογιαλιά της είναι στρωμένη με βοτσαλάκι και άμμο. Λίγο πιο βόρεια ξεδιπλώνεται το βοτσαλωτό ακρογιάλι της Αγίας Κυριακής, όπου θα πάτε ακολουθώντας το δρόμο που καταλήγει στο λιμανάκι του Αγίου Νικολάου. Είναι μια επίσης πανέμορφη παραλία που στο νότιο άκρο της είναι σχεδόν πάντα ερημική, που δεν την πιάνει το μελτέμι.
Στην πλευρά του Πάρνωνα που βρέχεται από το Μυρτώο πέλαγος οι ακρογιαλιές της περιοχής φημίζονται για τα πεντακάθαρα νερά και την ησυχία τους. Αν έχετε δικό σας σκάφος θα γνωρίσετε απάτητες ακροθαλασσιές που προσεγγίζονται δύσκολα ή και καθόλου από την στεριά, όπως ο ορμίσκος Δρυμίσκος, τέσσερα μίλια νοτιότερα απ’ το μόλο της Παραλίας, το κλειστό ακρογιάλι της Βλυχάδας το απόμερο Μπαλογκέρι, και η εσωτερική θάλασσα του Γέρακα.
Είναι η τρίτη ημέρα της θαλάσσιας περιπλάνησης!
Μεσημέρι αναχώρησαν από το Μπαλογκέρι για το νοτιά.
Την επόμενη ώρα μεγάλος αριθμός από χαμηλά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό από τα δυτικα, προάγγελος της μπόρας που ερχόταν.
Κατέβασαν το πανί!
Το σκάφος έπλεε με τις μηχανές με όση ταχύτητα διέθετε κι ωστόσο φαινόταν να έμενε ακίνητο στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου χοροπηδώντας μέσα στην θαλασσοταραχή αψηφώντας τα κύματα και τον άνεμο.
Το μικρό σκάφος δεχόταν στη μάσκα του συμπαγείς υδατίνους τοίχους των κυμάτων κι ο άνεμος το μαστίγωνε μ’ αφρούς. Η θαλασσινή αχλή πλησίαζε την στεριά σαν μαργαριταρόσκονη, ερχόμενη από τα νερά του ρεύματος του Μυρτώου πελάγους και τα κύματα έσκαζαν σε αλλεπάλληλα μέτωπα ορμώντας στη λαμπερή λευκή άμμο και στη βάση των ανεμοδαρμένων βράχων απ’ τη θάλασσα και τους αέρηδες.
Η νοτιοανατολικές ακτές της Πελοποννήσου βρίσκονται στη ζώνη των Αληγών ανέμων. Συνηθέστερος άνεμος είναι ο νοτιοανατολικός, ο σιρόκος, αλλά το σύστημα των ανέμων αναστρέφεται εντελώς καμιά φορά και τότε ξεσπούν άγριες βορινές θύελλες που έρχονται από την βαλκανική χερσόνησο.
Το σκάφος τρεμούλιαζε στην κακοκαιρία σαν όχημα που έτρεχε πάνω σε ανώμαλο δρόμο. Οι σποραδικές αστραπές μεγάλωναν την αίσθηση του απειλητικού θυμωμένου καιρού.
Ο Ζανέτ για ένα λεπτό νόμισε πως είχε χάσει τον έλεγχο. Γρήγορα κατόρθωσε να ισορροπήσει και πάλι την πορεία, πλοηγούσε μ’ εξαιρετική προσοχή και δεξιοτεχνία. Είχε περάσει κάπου μισή ώρα που κλυδωνίζονταν και σκαμπανέβαζαν όταν συνειδητοποίησαν πως μέσα στα σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονταν γύρω τους, μπροστά τους ξεπρόβαλε ένα άνοιγμα, ένα κανάλι.
Αριστερά και δεξιά κάθετοι βράχοι που οι καταιγίδες αιώνων είχαν σμιλέψει τις λείες και στρογγυλές επιφάνειες τους, πλαισίωναν μια μακρόστενη λωρίδα νερού, φιδωτή μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα τους και συνέχιζε ακόμα. Τα κύματα έσπαζαν πάνω στους βράχους με αμείλικτη και επίμονη μανία, που ποτέ άλλοτε δεν είχε εντυπωσιάσει τον αδελφό μου όσο τώρα. Είχε δει πολλές φορές πριν άγρια κύματα, ποτέ όμως από τόσο κοντά και μάλιστα μέσα από ένα τόσο ελαφρύ πλοιάριο. Κοίταζε με αγωνία τα κύματα που έζωναν τους βράχους.
Η Ζανέτ έστρεψε την πλώρη του σκάφους μέσα στο άνοιγμα, με το σπρώξιμο του ανέμου να τους παρασύρει από την ανασφάλεια της τρικυμισμένης ανοικτής θάλασσας σε ήρεμα νερά. Από τη στιγμή που βρεθήκαν μέσα στο στενό πέρασμα τα ορμητικά κύματα είχαν χαλαρώσει.  Μαζί τους είχαν φύγει και οι χειρότεροι φόβοι, δεν υπήρχε πια κίνδυνος. Η ηρεμία φώλιασε ξανά στην κάρδια τους. Πέρα στον ανατολικό ορίζοντα άστραφτε ακόμη, και η βροχή που απομακρυνόταν ακουγόταν σαν χαμηλό μουρμουρητό, ενώ ο άνεμος πάνω στους ιστούς του σκάφους σφύριζε όλο και λιγότερο. Ο Ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει δειλά δειλά και τα σύννεφα αραίωναν. Καλωσόρισαν μ’ ανακούφιση τις νέες συνθήκες. Τελικά αποδείχτηκε πως η ικανότητα της Ζανέτ στη θάλασσα ήταν πρώτης τάξεως.
Σταδιακά η ταχύτητα του σκάφους έγινε ομαλή, ανέβασαν και πάλι το πανί. Σαν πουλί το καταμαράν διέσχισε χωρίς δυσκολία το στενό πέρασμα που οδηγούσε στον εσωτερικό κόλπο. Η θάλασσα μπροστά τους απάνεμη, το νερό γινόταν σχετικά ήρεμο και καθαρό ώστε να μπορείς να διακρίνεις τον αβαθή πυθμένα, εκεί μπορούσαν να αγκυροβολήσουν.
Ένας σταθερός νοτιοδυτικός άνεμος έπνεε και το σκάφος λικνιζόταν σαν ζωντανή ύπαρξη.
Ο αδελφός μου αμέσως κατέβασε το πανί και η Ζανέτ έκανε έναν κύκλο στον κόλπο για να βρεθούν στη θέση αγκυροβολίας.
 Μόλις το σκάφος αγκυροβόλησε στο ασφαλές λιμάνι ούτε ο αδελφός μου ούτε η Ζανέτ ένοιωθαν την ανάγκη να μιλήσουν. Υπήρχε κάποια σιωπηρή επικοινωνία μεταξύ τους, που δεν ήθελαν να την διαταράξουν με λόγια κι ήταν ευχαριστημένοι καθώς μοιράζονταν την γαληνή και το θαύμα της ήρεμης θάλασσας. Προς το παρόν τους ήταν ευχάριστο να ρουφούν το φρέσκο δροσερό αεράκι του απάνεμου αγκυροβολίου, να νοιώθουν τον ουρανό πάνω από το κεφάλι τους να καθαρίζει από τα μουντά σύννεφα, να παρακολουθούν τον ήλιο να συνεχίζει τη μακρά πορεία του προς την δύση, ζωγραφίζοντας πορφυρές και μοβ ακτίνες στον ουρανό και λούζοντας την περιοχή μ’ ένα μπρούντζινο χρώμα. Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε στον κόσμο τίποτα άλλο γι’ αυτούς. Ακόμα κι ο χρόνος είχε σταματήσει. Ο αδελφός μου ένοιωθε πως μπορούσε να μείνει αραγμένος εκεί για πάντα, γαληνεμένος, απολαμβάνοντας το ανάδεμα του σκάφους στον μικρό κυματισμό. Ήταν ο ευτυχισμένος πολεμιστής που αναπαύεται μετά από τη μάχη. Έκτος από τον απαλό παφλασμό των κυμάτων και τον χτύπο της καρδία του, επικρατούσε απόλυτη σιγή. Ανά διαστήματα πέρα από το μικρά ταβερνάκια του χωριού ο απόηχος των γέλιων έσπαγε τη γαλήνη. Τίποτα άλλο από όσα η ζωή μπορούσε να προσφέρει δεν τον γέμιζε με τόση ευχαρίστηση και ήρεμη αίσθηση της δύναμης, όση τον πλημμύριζε αυτή η ελευθερία του ανοικτού ορίζοντα.
Χαλαρώνοντας μείνανε για λίγο σιωπηλοί, στιγμές ευδαιμονίας κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Περνώντας η ώρα ένοιωθαν μεγάλη πείνα.
Η Ζανέτ έσπασε πρώτη τη σιωπή.
« Θα ετοιμάσω τώρα ένα γνήσιο παραδοσιακό νορβηγικό γεύμα», είπε.
Ο αδελφός μου της χαμογέλασε με εκείνο το κοφτό ανεπαίσθητο χαμόγελο του, που της άρεσε πολύ.
« Θα σε βοηθήσω» της είπε.
Τελειώνοντας το δείπνο τους και πίνοντας το δροσιστικό τους cocktail, απολάμβαναν ο ένας τη συντρόφια του άλλου, ξέροντας ότι η σιωπή ήταν φορτισμένη μ’ αυτό το κάτι.
Είχε πέσει παντού η νύκτα. Ωστόσο δεν απλωνόταν βαθύ σκοτάδι, γιατί το φεγγάρι συμπλήρωνε το γέμισμα του και έτσι ακόμη και με τη βοήθεια των φώτων της παραλίας υπήρχε ορατότητα.
Η Ζανέτ κοιτούσε προσεκτικά προς τα δυτικά του ουρανού, ψάχνοντας φανερά για κάτι. «Είναι αλήθεια», ρώτησε «πως αν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση να κοιτάξεις, μπορείς να δεις την Αφροδίτη κατά τη διάρκεια της ημέρας; Χθες, μετά τη δύση του Ήλιου ήταν τόσο λαμπρή, που το πίστεψα».
«Είναι απόλυτα αληθινό» αποκρίθηκε ο αδελφός μου «Πρέπει να την εντοπίσεις, όταν το πετύχεις, μετά είναι πολύ εύκολο να τη δεις».
Έστρεψε τη ματιά του στον ουρανό, κι άφησε το νου του ελεύθερο να κάνει μια σύντομη βόλτα στο λαβύρινθο του απέραντου, του απάτητου χάους. Ένοιωσε ότι όλα γύρω τους αιωρούνται στο χείλος μιας αβύσσου που ξεπερνά τις βασικές ανθρώπινες γνώσεις.
«Τα επόμενα πρωινά», της είπε «αν κοιτάξεις χαμηλά στα ανατολικά -βορειοανατολικά περίπου τριάντα με σαράντα λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου θ’ αντικρίσεις την Αφροδίτη αλλά και τον Δία, τους δύο λάμπρους πλανήτες κοντά στο λυκαυγές».

Της διηγήθηκε μια πολύ παλιά ιστορία .
«Η αγάπη, λένε αρχίζει από το σπίτι, και το γαλάζιο πουλί του έρωτα βρίσκεται μόνο στο πίσω μέρος της αυλής μας. Μπορεί να είναι κι έτσι, άλλα η γνώση ειν’ αδιαίρετη και βρίσκεται παντού.»

«Ήταν την εποχή του γιου του βασιλιά Γύγη. Κοντά στη Μίλητο στην Ιωνία, στις όχθες του Αιγαίου, ο Θαλής, γιός του Εξαμύου και της Κλεοβουλίνης, περπατούσε στην έξοχη.
Ο Θαλής ερευνούσε τον ουρανό για να ανακαλύψει τα μυστικά της τροχιάς των αστέρων. Η νεαρή υπηρέτρια που τον ακολουθούσε είδε μια μεγάλη τρύπα στη μέση του αγρού. Την απέφυγε. Αντίθετα ο Θαλής, που συνέχιζε να ερευνά τα’ αστέρια, έπεσε μέσα. «Δεν μπορείς να δεις μπροστά στα πόδια σου και νομίζεις πως θα καταλάβεις τι γίνεται στον ουρανό!» του πέταξε καθώς τον βοηθούσε να βγει από την τρύπα.»
-Ο Θαλής ήταν ο πρώτος «διανοητής» στην ιστορία, συνέχισε.
Η Ζανέτ το απολάμβανε! Η μεσημεριανή θαλασσοταραχή ήταν κιόλας πολύ μακρινή. Τα σκούρα μάτια της τον κοίταζαν χαμογελώντας με ικανοποίηση. « Είναι τόσο όμορφα εδώ», είπε. «Αυτός ο γαλήνιος κόλπος κάτω από τον έναστρο ουρανό μου θυμίζει λίγο τα φιόρδ της πατρίδας μου. Η διαφορά είναι οι φοίνικες και τα ελαιόδεντρα που δημιουργούν την μεσογειακή ατμόσφαιρα».
«Χαίρομαι που αισθάνεσαι όμορφα». Της είπε. «Μερικές φόρες είναι σαν να σε γνωρίζω όλη μου τη ζωή». Κοίταξε αλλού. «Είμαι ανόητος, σωστά;».
«Όχι». Άπλωσε το χέρι της στο μπράτσο του. Το άγγιγμα της ήταν απαλό.
Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του με ανάλαφρο τόνο. «Γνωρίζεις μια γυναίκα, ανακαλύπτεις ότι είναι γυναίκα που σου ταιριάζει, κάνετε τα ιδία όνειρα, γελάτε με τα δια πράγματα, έχετε τις ίδιες επιθυμίες. Τις νύκτες ξάγρυπνος και την ονειρεύεσαι. Μερικές φορές εύχεσαι η νύχτα να ’ναι ατέλειωτη, ώστε να βυθιστείς στις σκέψεις και τα ονειροπολήματά σου. Τι να προλάβεις να σκεφτείς σ’ ένα βράδυ και τι ν’ αφήσεις; και το πιο σημαντικό: τι ν’ αποφασίσεις;».
Έπνεε ένας άηχος άνεμος που τώρα πια δεν τάραζε τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης.
Τα μάτια της τον κοιτούσαν ερωτευμένα και τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα.
Ο Μορφέας ήταν πολύ γλυκός εκείνο το βράδυ. Είχαν ήδη αρχίσει να το συνηθίζουν κι' αυτό. Μεσάνυκτα, ρεμβάζοντας για λίγο τη θάλασσα και τα φώτα του οικισμού από το παράθυρο της καμπίνας τους, ένοιωσαν τα μάτια τους να κλείνουν.
Με το πρώτο φως της αυγής σηκώθηκε από το κρεβάτι ανανεωμένος. Στον ανατολικό ορίζοντα ξεπροβάλλει μια ωχρορόδινη αναλαμπή ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα ενώ η απαλή αύρα χάιδευε το πρόσωπο του.  Στάθηκε λουσμένος στη πρωινή ζεστασιά του νοιώθοντας μια απίστευτη γλυκιά ευχαρίστηση σαν παλίρροια να ρέει μέσα του, όπως η καθαρή ανοιξιάτικη βροχή που ξυπνά την κρυμμένη δύναμη μέσα σε εκατομμύρια μικροσκοπικούς σπόρους στη φύση.
Καθώς περνούν τα δευτερόλεπτα η αναλαμπή γίνεται τόξο κι ύστερα δίσκος πορφυρός. Αντίκρυ, χαμηλά στην ακτογραμμή διαγράφεται το χωριό του Γέρακα με τους ασβέστες των σπιτιών ν’ αστράφτουν στο πρώτο φως. Τράβηξε μια δυνατή τζούρα νέας πνοής, τεντώθηκε για να ξυπνήσουν όλοι οι μύες και έστρεψε απαλά το βλέμμα του στη μικρή κουκέτα. Το ήρεμο σμιλεμένο πρόσωπο της κοιμωμένης Ζανέτ ήταν το πιο όμορφο χαλί στα όνειρά του.
Ποτέ στη ζωή του μέχρι σήμερα δεν είχε νοιώσει τόσο προστατευτικά για κάποιον. Ήταν ένα καινούργιο συναίσθημα γι’ αυτόν, κι ήταν σίγουρος ότι του άρεσε αυτή η ένταση των αισθημάτων του.
Το κομψό ιστιοπλοϊκό λικνιζόταν νωχελικά αγκυροβολημένο στο απάνεμο λιμάνι του Γέρακα. Το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν το νερό. Μπροστά στα μάτια τους απλωνόταν φωλιασμένη μέσα στα βουνά η λιμνοθάλασσα. Του άρεσε πολύ το υγρό στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να το χαζεύει
Εκείνος, εκείνη, η θάλασσα και ο μακρινός ορίζοντας.

Η Ζανέτ έβαλε μπροστά τις δηζελομηχανές. Στην αρχή το καταμαράν φάνταζε ακίνητο, ύστερα απομακρύνθηκε με νωχελική χάρη από το αγκυροβόλιο βάζοντας πλώρη για την έξοδο από την λιμνοθάλασσα. Στ’ απόνερα του αναρριπίζονταν λευκοί ιριδισμοί, σαν διαμαντένιο κολιέ πάνω σε μπλε βελούδο.
Ένα όμορφο ζευγάρι ζει τις πιο όμορφες μέρες του ταξιδεύοντας μ’ ένα ιστιοφόρο εννέα μέτρων, ακόμα και στις πιο απρόσιτες περιοχές του ακρωτηρίου Μαλέα, χωρίς σταθερή βάση και διεύθυνση.

Πόσο γοητευτικός ήταν αυτός ο ερωτευμένος.
Α! ο φασιανός τραγουδούσε τόσο όμορφα
Θυμούμενος τις ευτυχισμένες ημέρες
Αυτούς τους τόσο στενούς δεσμούς
Ποιος άραγε μπορούσε να τους κόψει;
Μόνο η σκληρή μοίρα.
.................................
...................................
..................................



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button