Ads 468x68px

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

ένας σκύλος χαρισματικός


Βουβουτσέλια (Παναγίτσα)

Καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα επτά, ήταν μόλις επτά χρονών. Με θλιμμένη νοσταλγία θα θυμάται για πάντα το καλοκαιρινό εκείνο απόγευμα......
Υπάρχουν κάτι στιγμές ταγμένες από τη μοίρα μόνες τους να υπενθυμίζουν έντονα, σαν να τον υποχρεώνουν να κάνει μι’ ανασκόπηση της μέχρι τότε ζωής του, να διαλύουν την ομίχλη της λήθης, φέρνοντάς ένα χείμαρρο αναμνήσεων και ηχηρό χτυποκάρδι.
Το τοπίο ήταν τόσο γνώριμο.
Στη βορειοανατολική πλευρά της αυλής του σπιτιού τους υπήρχε αιωνόβια ελιά μ’ ένα μεγάλο κορμό, ο οποίος είχε αποσαθρωθεί στο σύνολο σχεδόν του εγκάρσιου ξύλου κι έτσι ο κορμός ήταν ανάγλυφος και κούφιος στο εσωτερικό του.
Μέσα εκεί ήταν η κατοικία του άγρυπνου φύλακα του σπιτιού ένα θαυμάσιο θηλυκό κυνηγόσκυλο ένα λευκό κόκκινο Σέτερ. Η Μπέτυ.
Απ’ όταν μικρό παιδί θυμάται τον εαυτό του, τον θυμάται να αναπτύσσεται  και να μεγαλώνει μαζί με το σκύλο τους, μαθαίνοντας να εκφράζει την αγάπη του, και να δένεται με αφοσίωση συναισθηματικά μαζί του. Υπήρχαν όλα εκείνα τα συστατικά της αληθινής σχέσης και φιλίας.
Οποιοσδήποτε έχει μεγαλώσει με την συντροφιά ενός σκύλου ξέρει ότι πολύ δύσκολα μπορεί να συγκριθεί μια τέτοια φιλία.
Ο σκύλος εμφανίζεται για πρώτη φορά στις ανθρώπινες κοινωνίες, στην περίοδο ανάμεσα στην παλαιολιθική και τη νεολιθική περίοδο, δηλαδή πριν δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια περίπου.
Σύμφωνα με τον μεγάλο ποιητή Όμηρο, τον σκύλο τον έφτιαξε από χαλκό ο Ήφαιστος.
Αφού τον τελείωσε, στάθηκε να το θαυμάσει και τότε κατάλαβε ότι είχε φτιάξει ένα καινούριο είδος ζώου που ήταν πολύ όμορφο!
Έτσι με τις θεϊκές δυνάμεις που είχε, έδωσε ζωή στο άγαλμα του και έπειτα το χάρισε στον Δία.
Μερικοί ψυχίατροι υποστηρίζουν πως ο τετράποδος σύντροφος αποτελεί τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με την αθώα και άδολη ύπαρξη μας, με τον αρχέγονο εαυτό μας, τις ρίζες μας. Κι όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη φύση, τόσο πιο πολύ θα μας χρειάζονται τα ζώα. Για να εξισορροπούν μέσα μας την αρμονία.
Το πιο συγκινητικό περιστατικό που έχει ποτέ γραφτεί για συμπεριφορά ζώου, αναφέρεται στον Άργος το πιστό σκύλο τού Οδυσσέα που αναγνώρισε τον κύριό του ύστερα από είκοσι χρόνια. Αυτό έγινε παρά το γεγονός ότι ο Οδυσσέας ήταν μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο προκειμένου να ανακαλύψει το τι συνέβαινε στο ανάκτορό του κατά τη μακρά απουσία του. Αμέσως μετά, ο Άργος πέθανε.
Η αφοσίωση, του σκύλου σαν έννοια είναι τόσο αξιομνημόνευτή που βρίσκει τη θέση της μέσα στο έπος. Η αφοσίωση αυτή φαίνεται κι από τον τρόπο που περιγράφεται το γεγονός. Δεν αναγνώρισε μόνο ο Οδυσσέας τον Άργο και συγκινήθηκε, ούτε μόνο το ανάποδο... Και οι δύο αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο παρ' όλη την διαφορά στην εμφάνισή και των δύο.

Στο χωρίο από την Οδύσσεια [17 (Ρ).290-327]

Αυτά καθώς λαλούσανε κι ανάμεσό τους λέγαν,
σκυλί που κοίτουνταν, τ' αυτιά και το κεφάλι ορθώνει,
ο Άργος, που ο αντρόψυχος Δυσσέας τον είχε θρέψει,
όμως δεν τόνε χάρηκε, γιατ' είχε φύγει εκείνος
............................................
Αυτά σαν είπε, στα λαμπρά παλάτια μέσα μπήκε,
και πήγε τους καμαρωτούς μνηστήρες ν' ανταμώση.
Όμως τον Άργο θάνατος μαύρος κι αχνός τον πήρε,
σαν είδε τον αφέντη του, στα είκοσι χρόνια απάνω.


Η Μπέτυ ήταν ένας σκύλος με χαρισματικό και αξιαγάπητο χαρακτήρα.
Πανέξυπνη, εύστροφη σε σημείο να μπορείς να τη χαρακτηρίσεις πανούργα, γενναία,ζωηρή, αξιόπιστη και τρυφερή.
Ένας θαυμάσιος σκύλος για τους κατοίκους της εξοχής, άριστο κυνηγόσκυλο, και τέλος ένας υπέροχος σύντροφος για την οικογένεια του. Ένα αψύ, σκληροτράχηλο και γνήσιο τέκνο της Ιρλανδίας, άγρυπνη σκοπός του σπιτιού, γάβγιζε σε κάθε ύποπτο πλησίασμα στην περίμετρο του χώρου της, αμείλικτος κυνηγός.
Αυτό το υπέροχο σκυλί γεννούσε θετικά συναισθήματα στην ψυχή του, που τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Εκτός από τη συντροφιά της θυμάται την ασφάλεια που ένοιωθε δίπλα της. Μοιραζόταν μαζί της την επαφή με τη φύση, περπατώντας μες στ' άγρια χόρτα της Άνοιξης. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά της γιορτής και οι μυρουδιές των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Τα χελιδόνια πετούσανε στο γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, μέλισσες, σφήκες, μύγες χρυσές, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, πάνω στα λουλούδια τα πολύχρωμα, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε. Ανέμελα έτρεχαν πλάι- πλάι στους διάσπαρτους μικρούς αγρούς, τους χαμένους σ’ εκείνο το περίπλοκο ανάγλυφο στις πλαγιές, τόσο μακριά από το θόρυβο του κόσμου. Ανέμελα περιδιάβαιναν το ρουμάνι στο Μεγάλο Ρέμα, μέσα από τα σκοίνα και τις πουρναριές με το βαθυπράσινο χρώμα, που τα φύλλα τους ποτέ δε θρόιζαν, τις κουμαριές, τις καταπράσινες, χειμώνα, καλοκαίρι, και το φθινόπωρο τα κούμαρα τους να λάμπουν κόκκινα, έντονα ερωτικά.
Κι όλα τούτα έδειχναν σαν γεννήματα της φαντασίας, σαν σκιές, τον ανέβαζαν στους εφτά ουρανούς.
Ο χρόνος κυλούσε, προχωρούσε, ξημέρωνε. Το φως της μέρας έπαιρνε τη θέση του στους λόφους και τα ρέματα. Τ’ άστρα και η σελήνη είχαν κρυφτεί όταν τα πρωινά ξεκινούσαν παρέα για το σχολειό παίρνοντας το μονοπάτι που φιδογυρίζοντας ανάμεσα στα πλατώματα της ανατολικής πλαγιάς κατέληγε στο χαντάκι της ρεματιάς και σε μια επίπεδη αμμουδιά που τα μανιασμένα νερά των εποχικών βροχών είχαν ξεπλύνει το έδαφος και είχαν βγάλει στην επιφάνεια τα κάτασπρα χαλίκια γι’ αυτό και χρησίμευε ως πέρασμα του δρόμου στις ανηφόρες της δυτικής πλαγιάς στο Μεγάλο Ρέμα με προορισμό το χωριό. Το σκυλί σταματούσε καθόταν στα δυο πισινά του πόδια πάντα εκεί στην ανατολική πλευρά ακριβώς στη διασταύρωση της ρεματιάς . Δεν το κουνούσε ούτε χιλιοστό, απλώς κοιτούσε το σύντροφο του τρυφερά, τον κατευόδωνε μέχρι να χάνεται πίσω από την κορυφή. Είχε προσδιορίσει το σημείο αποχαιρετισμού, και το είχε αποτυπώσει με ευλαβική ακρίβεια. Τι ομορφιά. Τι μαγική ατμόσφαιρα.
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό έγινε κάτι το ασυνήθιστο. Η Μπέτυ έλειπε δεν ήταν εκεί έξω στην αυλή, να τον συνοδέψει στο δρόμο για το σχολειό.
Η νύκτα που πέρασε ήταν νύχτα βαθιά, σκοτεινή, με μια καταιγίδα που γινόταν ολοένα χειρότερη και δυνατότερη. Ο άνεμος φυσούσε άγρια στου γύρω λόφους.
Το πρωί ο ίδιος καιρός, ο άνεμος να βογκά αγριεμένος.
Στο σχολειό η ώρα δεν περνούσε. Σα να 'ταν αιώνας.
Κι όσο η ώρα περνά, η αγωνία που αισθάνεται αγριεύει περισσότερο, την νοιώθει να περνά στα μέλη του, στο αίμα, στα νεύρα.
Στο γυρισμό από το σχολειό, φοβόταν ότι κάτι κακό είχε συμβεί όταν δεν είδε την αγαπημένη του σκυλίτσα στη γνώριμη θέση της, να τον περιμένει στην ώρα του γυρισμού στο πέρασμα τη ρεματιάς στο Μεγάλο Ρέμα.
Οι φόβοι του δεν άργησαν να επαληθευτούν όταν την βρήκε στο σπιτάκι της στην ρίζα της ελιάς, πληγωμένη θανάσιμα, από τις πληγές που αιμορραγούσαν στο κορμί της.
Το τι ακριβώς έγινε;
Ανατολικά τους ήταν η κατοικία του μπάρμπα Παναγιώτη, δίπλα στην κατοικία ο αχερώνας και στην απέναντι γωνιά ένα μεγάλο ευρύχωρο κοτέτσι. Το ένα σε απόσταση από το άλλο.
Τη νύκτα που ο άνεμος μανιασμένα φυσούσε μια μεγαλόσωμη κόκκινη αλεπού επιτέθηκε στο κοτέτσι.
Όσοι στα παιδικά τους χρόνια σε χωριό ζήσανε, γνωρίζουν την εξυπνάδα, την πονηριά και τη λαιμαργία της αλεπούς. Οι επιθέσεις της στα κοτέτσια, γίνονται αιφνιδιαστικά τη νύκτα, και είναι σωστό ξεκλήρισμα.
Τα σημάδια έδειξαν ότι αν και τραυματισμένη η αλεπού προσπαθούσε να ξεφύγει με το σκυλί να την καταδιώκει αλύπητα, αντιστάθηκε και κατά την πάλη που σημειώθηκε μεταξύ τους τελικά η αλεπού δεν κατάφερε να ξεφύγει από τα δόντια της Μπέτυ που την αποτελείωσε πέρα στη μακρινή ρεματιά με τις φραγκοσυκιές και τα σκοίνα. Το αποτέλεσμα της άγριας αυτή μάχης ήταν οι οδυνηρές πληγές που απέκτησε από την ετοιμοθάνατη αλεπού πριν αυτή αφήσει την τελευταία της πνοή.
Απαιτείτο άμεση ιατρική βοήθεια, η αιμορραγία ήταν σοβαρή, και δέσιμο των πληγών, για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η περίθαλψη.
Ίσως κάποιες πληγές να θελαν ράψιμο, και ειδική περιποίηση σε μια εποχή που η λέξη κτηνίατρος στο χωριό παρέπεμπε τη σκέψη σε ανύπαρκτο κενό.
Η ανάρρωση της ήλθε με το πέρασμα του χρόνου αλλά ταυτόχρονα παρουσίασε απώλεια ενέργειας, ποτέ της δεν επανέκτησε την αρχική της υγεία.
Η εξάντληση και η ιδιαίτερη δυσκολία στην επούλωση των πληγών την κατέστησε ιδιαίτερα ευαίσθητη στις συχνές λοιμώξεις.

Βουβουτσέλια (Παναγίτσα)

Καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα επτά, ήταν μόλις επτά χρονών. Με θλιμμένη νοσταλγία θα θυμάται για πάντα το καλοκαιρινό εκείνο απόγευμα……
Το απόγευμα, όπως το συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι κάτω από τον ίσκιο της ελιάς.
Ήσυχα που ήταν γύρω του, μόνο που φύσηξε μια ιδέα αγέρι και έπεσε πάλι.
Την παρακολουθούσε να έρχεται με αργές κινήσεις, με τη μύτη της κάτω και την ουρά μαζεμένη να κάθεται ήσυχα μπροστά του, κουλουριάστηκε, ταχτοποίησε την ουρά της πάνω από τα πόδια της και ακούμπησε το σαγόνι της με προσοχή πάνω στα απλωμένα πόδια του.
Θαμπόφεγγε μια αδιόρατη απειλή.
Σιγά- σιγά άρχισε να γίνεται σπαρακτικά συγκεκριμένη.
ακανόνιστη πνοή της προειδοποιούσε για τον ερχομό.
Στο φως του Ήλιου τρεμούλιαζε σαν να πάλευε να ζήσει πάνω στο στεγνό το χώμα. Το στήθος της δυσκολευόταν να πάρει αναπνοή, τα μάτια της ορθάνοιχτα βουβά με μαύρους κύκλους τον κοιτούσαν κατάματα, χλωμά, θλιμμένα.
Τα μάτια τους συνομίλησαν, κι εκεί στα κατάβαθα της ψυχής του αισθάνθηκε μια τρεμούλα ν’ απλώνεται σ’ όλο του το σώμα.
Στεκόταν ακίνητος μαρμαρωμένος, ανείπωτη φρίκη τον κυρίεψε και μυρωδιά θανάτου τον τύλιξε, διαπεραστικά, επίμονα. Αυτή τη στιγμή ήταν ανίσχυρος.
Δυο δάκρυα έτρεξαν πάνω απ’ την ανοιχτή μουσούδα της, μέχρι που ξαφνικά το κουρασμένο στήθος σταμάτησε ν’ ανεβοκατεβαίνει και στη λευκή μουσούδα της απλώθηκε το κίτρινο του θανάτου.
Είναι πλημμυρισμένος θλίψη τούτο το καλοκαιρινό απόγευμα, είναι βουρκωμένος
απ’ αυτή την απρόοπτη βουβή λύπη που ήρθε να ταράξει την ερημιά του.
Τα κλαδιά της ελιάς κύρτωσαν θλιμμένα σα να τα λύγιζε ισχυρός άνεμος και σιωπή μεγάλη απλώθηκε σαν διαμαρτυρία για τον πρόωρο χαμό της.
Σουρουπώνει. Ο ήλιος πέρα από τον Κούνο χάνει σιγά σιγά τα τελευταία χρυσά του χρώματα, το τοπίο ολόγυρα γίνονταν σκούρο.
Είναι ακόμη καθισμένος στο πεζούλι, οι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του πέσανε πάνω στο άψυχο κορμί που κείτονταν στη ξερή γη.
Η κατοικία του άγρυπνου φύλακα του σπιτιού ερήμωσε, και μόνον η θλίψη πιο βαριά έπεφτε μαζί μ’ ένα κενό, ένα κενό όμως, που μέσα βρισκόταν η μορφή η αγαπητή που ’φυγε, που χάθηκε
Ο ήλιος χάθηκε πίσω από την βουνοκορφή όπως κάθε μέρα, αυστηρά και αναπόφευκτα όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα μας, ο θάνατος.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button