Ads 468x68px

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Είχε ανδρεία και θάρρος [Μέρος III] η επιστροφή στη Μεσόγειο

Το τραγικό νέο ήρθε ένα απόγευμα μιας μουντής, κρύας και συννεφιασμένης φθινοπωρινής ημέρας μέσα στη βουή από τις τοπικές ριπές του ανέμου που ορμητικά κατέβαιναν από τα βόρια φαράγγια της Πάρνηθας, και τα τελευταία εναπομείναντα φύλλα στροβιλίζονταν πέρα μακριά, από τις μεγάλες λεύκες που υπάρχουν εκεί έξω στο δρόμο του σπιτιού μας.
Πέθανε η Σοφία.
Αρχικά σκέφτηκα αν και ήταν αναπόφευκτο δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Μου φαινόταν απίστευτο ότι αυτή η περίφημη κορμοστασιά της μας άφησε χωρίς την παρουσία της, είχε έρθει ο θάνατος, δεν ήθελα να το πιστέψω ότι η μοίρα επιφύλασσε αυτό το γρήγορο τέλος, γι’ αυτή η γυναίκα του Ήλιου και της δράσης.
Θυμάμαι την ασίγαστη ενεργητικότητα που μετέδιδε γύρω της .
Κρατούσε το κεφάλι ψηλά αγέρωχη, σαν ορκισμένη εχθρός της υποταγής, απρόθυμη να αποδεχτεί τον ελάχιστο οίκτο, «ένας άνθρωπος πρέπει να ζει για κάτι» την θυμάμαι να λέει, ο χαρακτήρας της ήταν κτισμένος από ατσάλι.
Ποτέ της δεν έδειξε την χειμωνιάτικη θλίψη, τη βαθιά ριζωμένη μελαγχολία της από τα σκοτεινά βάθη της ψυχής της, αντίθετα το διάπλατο χαμόγελο της μας αποκάλυπτε μια εσωτερική χαρά. Δεν την είδα ποτέ άκεφη, μελαγχολική σαν να πετούσε μακριά πολύ μακριά τα άσχημα και δυσάρεστα και να κρατούσε ότι ήταν όμορφο και γόνιμο.
Αν ήμουν γλύπτης και επιθυμούσα να δημιουργήσω την ιδανική γυναικεία φιγούρα θα της ζητούσα να είναι το μοντέλο μου.
Έβλεπα από το παράθυρο μου τα πανύψηλα κυπαρίσσια του Αϊ Γιάννη  να γέρνουν σαν προσκυνητές στη μνήμη της από την ορμή του παγωμένου αέρα που δυναμώνει, και ο ουρανός να σκοτεινιάζει στους γύρο λόφους, για μια στιγμή ο άνεμος έπεσε, τίποτα δεν σάλευε, μια απειλητική σιωπή πλημμύρησε τον τόπο.
Η καμπάνα στη μικρή εκκλησία σήμανε την απογευματινή ώρα.
Η καμπάνα σταμάτησε να κτυπά σα να είχε μαρμαρώσει. Ο απόηχος από τον τελευταίο ήχο αιωρήθηκε και έσβησε στον αέρα.
Ο αγέρας ούρλιαξε ξανά, χωρίς ανάσα, κυνηγώντας την σιωπή.
Ένοιωθα όχι απλά εξαντλημένος αλλά στεγνός άδειος προσπαθώντας να συγκρατήσω την συγκίνηση μου, οι σκέψεις με πλημύριζαν, με ταξίδευαν πίσω στα ταξίδια μας.

Τρία χρόνια νωρίτερα

Άνοιξη στα χίλια εννιακόσια ογδόντα έξι, βρισκόμαστε στον λιμένα Τρουά Ριβιέρ του Καναδά, φορτώνουμε ξυλεία με προορισμό την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Στο σαλόνι του πλοίου βρίσκεται ο υπεύθυνος του φορτίου, με τον πλοίαρχο να του διηγείται τις ιστορίες του. Ένας άντρας γύρω στα σαράντα, ψηλός λεπτός είχε καστανόξανθα κοντοκουρεμένα μαλλιά, ευχάριστο πρόσωπο. Πρέπει να του διηγείται την ιστορία με τα καύσιμα διότι τους συνάντησα στη συζήτηση την ώρα που ο πλοίαρχος μου πλέκει το εγκώμιο σαν συνεργάτη του. Μας σύστησε ο πλοίαρχος τονίζοντας μου ταυτόχρονα ότι ο επιθεωρητής είναι γερμανοκαναδός πρώτος μηχανικός, που έχει μείνει στα γραφεία της εταιρείας ως επιθεωρητής φορτίων.
Από τη συζήτηση πρόεκυψε εγκάρδια συνεργασία και από κάθε άποψη ήταν μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.
Ταυτόχρονα σε προσωπικό επίπεδο όταν έμαθε ότι έχω σεβαστή ήδη υπηρεσία πρώτου μηχανικού αν και σχετικά νέος στην ηλικία, με ρώτησε γιατί δεν παίρνω στα σοβαρά μια πρόταση να εργαστώ στη στεριά σε κάποιο ναυτιλιακό γραφείο.
Με τον πλοίαρχο είχαμε και πάλι συζητήσει για το θέμα αυτό.
Ο πλοίαρχος για τον εαυτό του ένοιωθε ότι περνώντας τα χρόνια τα γραφεία απωλέσανε την ατράνταχτη κοινή λογική, μετά δε τόσα χρόνια θητείας στη θάλασσα του ήταν δύσκολο να βρει κάτι πιο απλόχωρο να του ταιριάζει.
Εγώ επανέλαβα μονότονα σε ρυθμό αφήγησης όλα αυτά που ο πλοίαρχος ήδη γνώριζε και ταυτόχρονα μπορούσε να τα καταλάβει.
---Οι περισσότεροι διευθυντές επιχειρήσεων σήμερα διότι πλέον δεν υπάρχουν εφοπλιστές,  αναζητούν ανθρώπους με σπουδές στο μάρκετινγκ και τα οικονομικά και κυρίως, στελέχη που να παίρνουν και να εκτελούν εντολές, συμφώνα με το καταστατικό της εταιρείας. Πολλές φόρες ο κυνισμός τους αγγίζει τα όρια της απόλυτης ανευθυνότητας, και είναι και κάποιοι εκεί έξω που στ’ αλήθεια θα μπορούσαν να σε ψήσουν και να σε φάνε χωρίς οίκτο. Ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν δέχεται την συγκεκριμένη νοοτροπία των ανθρώπων.
Μην περιμένεις ποτέ σου πλέον να εκτιμήσουν τα προσόντα σου σα ναυτίλου όσο αξιόλογα και αν είναι, ούτε να σου πλέξουν το εγκώμιο για το άριστο κουμαντάρισμα του σκάφους και των προωστηρίων του.
Ποτέ μου δεν θεώρησα μέχρι σήμερα τη θάλασσα προθάλαμο για μια θέση στη στεριά, τα γραφεία αυτής της μορφής με αφήνουν αδιάφορο δεν μου ταιριάζουν, και ο δικός μου προβληματισμός είναι έντονος όταν είσαι αναγκασμένος να παίρνεις και να εκτελείς εντολές που πολλές φορές τις θεωρείς ηλίθιες.
Ταπεινή μου διαπίστωση είναι ότι έχουμε να διανύσουμε ακόμη πολύ δρόμο μέχρι να συνδυάσουμε αποτελεσματικά την πείρα με την τεχνολογία και όχι να περιοριζόμαστε στο ένα η στο άλλο, πεισματικά και ατελέσφορα. Καλούμαστε να ανταποκριθούμε σε εντελώς νέες προκλήσεις και απαιτήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.
Την παρούσα περίοδο γραφειοκράτες με αμφιλεγόμενα προσόντα, παρουσιάζονται για αυθεντίες και καταλαμβάνουν τα υψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας στις εταιρείες με ικανότητες αναρριχομένων φυτών.
Έχω την αίσθηση ότι η καρδιά μου θα φτερούγιζε σαν παγιδευμένο πουλί κλεισμένος πίσω από ένα τέτοιο γραφείο. Ένοιωθα πάντα μια τάση ανεξαρτησίας, να ταξιδεύω τον κόσμο, ίσως να ήταν και η αφορμή που έγινα ναυτικός.
Μπορεί να φαίνεται ανόητο αλλά κάποτε μέσα μου σαν φευγαλέο σύννεφο είχα ένα όνειρο πολύ κοινό, να συνεχίσω τις σπουδές, αλλά υπήρχε έλλειψης στόχων, για την ακρίβεια με την πιο πλατειά έννοια του όρου απλώς να αποκτήσω ευρύτερες γνώσεις. Κάπου κάπου το όνειρο αυτό γυρνάει και μου κτυπάει την πόρτα.
Πλησιάζοντας προς το τέλος της φόρτωσης ο επιθεωρητής μας ανήγγειλε ότι έχει κανονίσει να δειπνήσουμε μια από τις προσεχείς ημέρες, το απαιτεί το πρωτόκολλο μας είπε, και ρώτησε εάν έχουμε κάποια προτίμηση.
--Εγώ μόνο εάν υπάρχουν μετά το δείπνο οι φημισμένες μαύρες άγριες φράουλες του Κεμπέκ, με την γαλλική συνταγή δέχομαι την πρόσκληση,  μην το ξεχάσεις και δυο μπουκάλια κρασί Μοντρασσέ, την χρονολογία την αφήνω σ’ εσένα, του δήλωσα με σοβαροφανή και εγκάρδια διάθεση.
Γέλασε, απλώς με κοίταξε, δεν έκανε κανένα σχόλιο και ξεμάκρυνε αναχωρώντας.
Δειπνήσαμε σ’ ένα ήσυχο κοσμικό ρεστοράν στο κέντρο της πόλης, η ατμόσφαιρα ανέδιδε εξαιρετική ποιότητα πλαισιωμένη από καλόγουστο αποικιακό διάκοσμο.
Δυστυχώς πρέπει να άρεσε εξίσου σε πολύ κόσμο κι έτσι αναγκαστήκαμε να περιμένουμε κάμποση ώρα στο συμπαθητικό μπαρ φλυαρώντας.
Είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε την τοπική μαγειρική που είναι γεμάτη από συνδυασμούς γεύσεων. Το χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι έχει αφομοιώσει της φαινομενικά ατέλειωτες επιρροές μαγειρικής από την αποικιοκρατία και συνεχίζεται ως και τις μέρες μας με το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που φέρνει μαζί του νέες μαγειρικές παραδόσεις . Η γευστική πρόταση προς τα πλήρη χορταστικά πιάτα παίρνει άλλες διαστάσεις. Το φαγητό με θαυμάσια γεύση, το κρασί άρωμα μεθυστικό, και εγώ να νοιώθω σαν καναδική χήνα που εκτρέφεται για να παχύνει.
Το επιδόρπιο του ήταν οι φημισμένες μαύρες άγριες φράουλες του Κεμπέκ.
Αποφάσισα να κάνω μια τελευταία  εξόρμηση στο καταπράσινο τοπίο που περιβάλλει γύρω μας τον λιμένα, την επομένη είναι ημέρα αναχώρησης.
Ο Ήλιος ήταν ζεστός ψηλά στον καταγάλανο ουρανό, αγκάλιαζε ευεργετικά τον ανοικτό ορίζοντα, λίγα λευκά σαν χιόνι σύννεφα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί περά μακριά στον καναδικό βορρά πίσω από τις δασώδεις βουνοκορφές.
Έχοντας επιστρέψει από τον περίπατο που είχα κάνει στους δρόμους της πόλης, βρίσκομαι ήρεμος και γαλήνιος να αναπαύομαι στο κοντινό μεγάλο πάρκο με τα αιωνόβια δέντρα τα γεμάτα μωβ καρπούς και κληματσίδες που αναρριχώνται προς τα ουράνια και τυλίγονται γύρω από του τεραστίους επιβλητικούς κορμούς τους, και το φως του Ήλιου να αχνοφέγγει μέσα από το πυκνό φύλλωμα τους, απολαμβάνοντας την επαφή μου με την ανοιξιάτικη φύση στην όχθη του μεγάλου ποταμού.
Η χλόη έχει ψηλώσει, αγριόχορτα φύτρωναν στις άκρες των δρόμων, ζωηρόχρωμα πολύχρωμα λουλούδια υψώνονταν στις πρασιές και στα παρτέρια.
Πότε πότε κάποιος σκίουρος ξεπροβάλει μέσα από τα δένδρα μπροστά μου κι ένα μικρό κορίτσι τους κυνηγούσε  να παίξει μαζί τους, με το λουλουδάτο φουστάνι και τις καστανόξανθες αστραφτερές της μπούκλες να λάμπουν στον ανοιξιάτικο ήλιο.
Νεαρός μικρόσωμος σκύλος έτρεχε πίσω της γαυγίζοντας παιχνιδιάρικα, χαρούμενα.
Κάπου είχα ακούσει, σε τηλεοπτική συζήτηση θαρρώ.
«Ένας σκύλος αντικατοπτρίζει τη ζωή της οικογένειας, ποτέ δεν θα δείτε παιγνιδιάρικο σκύλο σε μίζερη οικογένεια, η κακόκεφο σκύλο σε χαρούμενη.»
Ο αχνός καπνός από τα φουγάρα των πλοίων και των αυτοκινούμενων γερανών στην προβλήτα του λιμανιού αργοταξίδευε και έσβηνε ψηλά στον ουρανό.
Ήταν ένας γραφικός τόπος, έβλεπα το νερό στα κανάλια, ήταν  κάτι που με γαλήνευε.
Το νερό το αμνιακό υγρό από το οποίο γεννήθηκε το είδος μας.  Το νερό αυτή η αρχέγονη μήτρα των πάντων. Θεμελιώσαμε τους πολιτισμούς μας στις ακτές και σε όχθες ποταμών. Το νερό είναι η ζωή.
Είναι μια παροδική απόδραση από την πραγματικότητα που διακόπτεται την στιγμή που ξεκολλάς το βλέμμα σου από την θέα και στρέφεσαι ξανά στα τρέχοντα ζητήματα, σ’ αυτούς που αγαπάς και που στηρίζοντα σ’ εσένα και σε χρειάζονται.
Έκλεισα τα μάτια, άφησα τον εαυτό μου να βουλιάξει βαθειά στην απόδραση.
Βλέπω το μικρό μου γιο που προσπαθώντας να ισορροπήσει το σώμα του μεταφέρει μια μικρή γλάστρα με ορχιδέα από την γωνιά του σαλονιού στον πάγκο της κουζίνας κάτω από το παράθυρο, προσπαθούσε αλλά δεν έφτανε ακόμη το μπόι του να την ακουμπήσει στον πάγκο, αποτυγχάνοντας την ξαναγύριζε στο σαλόνι στη θέση της.
Για κάποιο παντελώς ανεξήγητο λόγο αυτή την ενέργεια και διαδρομή την έκανε πολλές φορές, η γλάστρα είχε γράψει χιλιόμετρα διαδρομής.
Βλέπω τον μεγαλύτερο μου γιο στον ζωολογικό κήπο της Αμβέρσας να ξεφεύγει της προσοχής μου, να έχει απλώσει το τρυφερό χεράκι του μέσα από τα πλέγματα ενός κλουβιού και να  χαϊδεύει έναν μικρό νεοσσό στο κεφάλι και η μητέρα του νεοσσού ένας τεράστιος γυπαετός των Άνδεων να τον κοιτάζει αμέριμνα. Το ράμφος του μπορούσε να του εξαφανίσει το χέρι  από την ωμοπλάτη του θρασύτατου μπόμπιρα. Μέχρι να αποφασίσει να βγάλει το χεράκι του από τα πλέγματα εγώ απόκτησα τις πρώτες λευκές τρίχες στο κεφάλι μου σχετικά νωρίς.
Βλέπω την όμορφη νεαρή σύζυγο μου τα πρωινά που ξυπνάμε να βρίσκεται πάντα εκεί στο πλάι μου να μου χαμογελάει τρυφερά και τα όμορφα μελιά της μάτια να λαμποκοπούν σαν πρωινές ηλιαχτίδες που τρυπώνουν στις γρίλιες τω παραθύρων.
Βλέπω ότι μου λείπουν, μου λείπουν πολύ.
Η νύχτα έπεφτε. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, το φεγγάρι μόλις που φαινόταν μέσα από τα σύννεφα, καθώς το πλοίο άφηνε πίσω του τον ευρύ κόλπο του Σαιντ Λόρενς και έβαζε πλώρη στον ανοικτό ωκεανό με πορεία ανατολικά νοτιοανατολικά.
Ο Ποσειδώνας και ο Αίολος ήταν απλόχερα γενναιόδωροι μαζί μας, το ταξίδι από το Τρουά Ριβιέρ στην Αλεξάνδρεια ήταν ήρεμο με ευνοϊκούς ανέμους.
Παραήταν καλά τα σύννεφα και οι αέρηδες καιρός λιβανούδικος όπως τον λένε και οι σύγχρονοι ναυτικοί μας.
Με την άφιξη στην Αλεξάνδρεια το πλοίο πρόσδεσε στο παλιό λιμάνι στην προβλήτα του επιβατικού σταθμού, λίγα μέτρα μακριά από την κεντρική πύλη.
Αλεξάνδρεια, πόλη και μεγάλος θαλάσσιος λιμένας στη βόρεια Αίγυπτο, στο δέλτα του ποταμού Νείλου, σε μια λωρίδα γης που χωρίζει τη λίμνη Μαριούτ από τη Μεσόγειο. Η πόλη ιδρύθηκε σε 332  Π.Χ.  από τον Αλέξανδρο τον μέγα, βασιλιά της Μακεδονίας, ο οποίος την θεμελίωσε ως έναν από τους κυριότερους λιμένες του αρχαίου κόσμου. Ένας κυματοθραύστης φτιαγμένος από ογκόλιθους σχεδόν χίλια εξακόσια μέτρα στο μήκος αποκαλούμενος "επτά στάδια" χτίστηκε στο νησί Φάρος που εσωκλείει ένα ευρύχωρο λιμάνι. Ο διάσημος φάρος, που θεωρείται ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, θεμελιώθηκε και κτίστηκε επίσης στο νησί Φάρος.
Η σύγχρονη πόλη είναι τοποθετημένη κυρίως στην ηπειρωτική χώρα.
Τα ταξίδια μου στην πόλη των Πτολεμαίων και του Καβάφη, ίσως να τα περιγράψω αυτόνομα,  οι ιστορικές αναμνήσεις σ’ αυτόν τον λίκνο του ελληνισμού είναι ποτάμι ατελείωτο, οι άνθρωποι χάνονται αλλά τα ονόματα τους επιζούν στις μνήμες μας.
Ο ακμάζων κάποτε ελληνισμός στις  μέρες μας καθημερινά συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, τίποτα δεν είναι όπως παλιά.
Από την Αλεξάνδρεια ανεχωρήσαμε μια αποπνικτικά ζεστή μέρα του Μαΐου, προς το παρόν ναύλο για το πλοίο δεν υπήρχε, οι οδηγίες ήταν να ταξιδεύουμε με οικονομική ταχύτητα και με πορεία στα νοτιοδυτικά της  Κρήτης.
Πλέοντας ανοικτά των Κυθήρων λάβαμε τηλεγράφημα να κατευθυνθούμε με προορισμό την Αυγούστα της Σικελίας που είναι και ο λιμένας φόρτωσης.
Ο πλοίαρχος με ρώτησε αν θα έλθει η σύζυγος μου στον λιμένα, να επικοινωνήσει με την σύζυγο του να έλθουν μαζί παρέα.
Με εξέπληξε θετικά.
Έχοντας περάσει μαζί τόσο χρόνο με ατέλειωτες συζητήσεις, από όσο τουλάχιστον είχα διαπιστώσει η οικογένεια του ήταν αυστηρά έξω από τις ιστορίες του, σπάνια τον είχα ακούσει να αναφέρεται στην οικογένεια του, στην σύζυγο του, εγώ από μία εσωτερική ευγένεια, σεβόμενος την ιδιαίτερη σιωπή του ποτέ δεν τον είχα ρωτήσει για τα οικογενειακά του.
Αρχικά με την σύζυγο μου είχαμε συμφωνήσει ότι θα έλθει αεροπορικώς μέσω  Ρώμης στην Κατάνια οπού και θα την αναμένω.
Στην τελευταία επικοινωνία μας μου δήλωσε ότι θα ερχόταν σιδηροδρομικώς στον σταθμό της Αυγούστα από το Μπρίντιζι όπου θα πήγαιναν με το πλοίο της γραμμής από την Πάτρα μαζί με τη σύζυγο του πλοιάρχου.
Μου φάνηκε πολύ παράξενο πάντα απ’ όσο θυμάμαι δεν ήθελε να ταξιδέψει ένα ταξίδι τόσο μακρινό με το τραίνο.
Είχα αντιρρήσεις, ήταν πολύ μεγάλη κατά την γνώμη μου η ταλαιπωρία και ταυτόχρονα θα ταλαιπωρούσε και το δίχρονο γιο μας που την ακολουθούσε, αλλά εφ’ όσον νομίζει ότι η ίδια δεν θα έχει πρόβλημα, είμαι αναγκασμένος να συμφωνήσω.
Είναι ήδη περασμένη η ώρα της άφιξης και η αμαξοστοιχία δεν έχει φανεί.
Ρωτώ υπάλληλο του σταθμού γιατί αυτή η καθυστέρηση, με πληροφορεί ότι το δρομολόγιο που του αναφέρω δεν θα έρθει Αυγούστα αλλά συνεχίζει από Κατάνια για εσωτερική Σικελία. Για την Αυγούστα θα έλθει ανταπόκριση από Κατάνια σε μια ώρα. Η προσμονή άρχισε να με εκνευρίζει, δεν ήξερα αν κάτι πηγαίνει στραβά.
Τα συναισθήματα μου πηγαινοέρχονταν σαν τα κύματα στην κοντινή παραλία, οι αντιρρήσεις μου για το ταξίδι με την αμαξοστοιχία ξεπρόβαλλαν μπροστά μου.
Έδιωξα την εικόνα απ’ το μυαλό μου, δεν ήταν και ο πιο κατάλληλος χρόνος για οργή.
Ο πλοίαρχος ήταν ατάραχος και την παρούσα στιγμή ήταν το πιο σωστό συναίσθημα που μπορούσε να μου μεταδώσει. Μετά από καθυστέρηση δυο και πλέον ώρες, η αναμονή πήρε τέλος, η αμαξοστοιχία κατέλαβε την θέση αποβίβασης στον ανοικτό υπαίθριο σταθμό της πόλης.  Αναστέναξα ανακουφισμένος, η ζωή μας όλη είναι συναντήσεις, ένας σταθμός πλημυρισμένος με στιγμές άφιξης, στιγμές αναχώρησης.
Ο πλοίαρχος χαιρέτισε εγκάρδια την σύζυγο  μου, τον γιο μου, ακολούθως μου σύστησε την σύζυγο του. Την κυρία Σοφία.
Η ένταση της προσμονής φαίνεται ότι ήταν ζωγραφισμένη ακόμη επάνω μου, δεν  τα είχα  καταφέρει να χαλαρώσω.
Η κυρία Σοφία το αντιλήφθη αμέσως, γυρίζει στον σύζυγο της και του λέει.
--Δεν εξήγησες στο παλληκάρι από εδώ ότι μαζί μου η οικογένεια του δεν είχε να φοβηθεί για κανένα πρόβλημα στο ταξίδι μας.
Την στιγμή εκείνη την δήλωση της την προσέλαβα σαν κάτι το υπερβολικά εγωιστικό, την χαιρέτισα με την απαιτουμένη ευγένεια.
--«Το εκτιμώ ειλικρινά αυτό που λέτε», απάντησα μάλλον αδέξια και άτσαλα.
«Τι αγροίκος» υποθέτω θα σκέφτηκε.
Έπιασα τον εαυτό μου να την χαρτογραφεί. Αναζητούσα να δω κάτι περισσότερο από μια άχαρη και επιδερμική προσέγγιση.
Την ήξερα τόσο λίγο.
Όλη της η εμφάνιση αεράτη μεγαλόπρεπη, τι θαυμάσιο πλάσμα που ήταν.
Ψηλή, αρχοντική, τέλεια φιγούρα, υπέροχο πρόσωπο με δυο όμορφα εκφραστικά καστανά μάτια να σε κοιτάζουν φιλικά, μια καλλονή που ποτέ της δεν έκρυψε τον εαυτό της στο ημίφως αν και ήδη διαβεί προ πολλού την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, ούτε τη φθορά στη φυσική ομορφιά της.
Μου μετέδωσε μια αίσθηση ότι μπορούσε να παίζει με κοφτερά εργαλεία χωρίς να φοβάται για τα ντελικάτα όμορφα χέρια της.
Ξεκινήσαμε για το λιμάνι, το πλοίο βρισκόταν στο εσωτερικό αγκυροβόλιο, οι τελευταίες πληροφορίες, μιλούσαν ότι το πετροχημικό εργοστάσιο αδυνατούσε να ικανοποιήσει με την παραγωγή του την ζήτηση και θα παραμέναμε μεγάλο διάστημα στο αγκυροβόλιο μέχρι να ετοιμάσουν το φορτίο μας, προηγούντο άλλα πλοία.
Ανεπίσημα ο πράκτορας μας πληροφόρησε ότι το διάστημα παραμονής και φόρτωσης ίσως και να είναι μεγαλύτερο από σαράντα ημέρες.
Οι καλοί θεοί της Μεγάλης Ελλάδας ήταν μαζί μας, και ο Ποσειδώνας δεν ήταν πλέον εξοργισμένος, είχε ξεχάσει τον πολυμήχανο πρόγονο μας που τύφλωσε τον γιο του στην περιοχή και μας φερόταν απλόχερα φιλικά.  Θα υπάρχει άφθονος χρόνος ώστε να ικανοποιήσω την επιθυμία μου, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον,  να επισκεφτώ την γειτονική φημισμένη αρχαία πόλη, τις Συρακούσες την πατρίδα του Αρχιμήδη, και να περπατήσω τα μονοπάτια της μνήμης μιας ατέλειωτης ιστορικής  διαδρομής που έγραψε το μεγαλείο του ελληνισμού. Μια βουτιά στην ιστορία μας.
Η Αυγούστα είναι θαλάσσιος λιμένας και ναύσταθμος στην Ιταλία,  βρίσκεται στο βόρειο τέλος του ομώνυμου κόλπου στην ανατολική ακτή της Σικελίας, δέκα οκτώ χιλιόμετρα βόρεια των Συρακουσών. Είναι σε ένα νησί που συνδέεται με γέφυρα με την ηπειρωτική χώρα. Μεταξύ της νήσου και της ηπειρωτικής χώρας στη δύση βρίσκεται ένας καλά προστατευμένος κόλπος που προσφέρει ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα αγκυροβόλια της Μεσογείου. Η Αυγούστα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος λιμένας της Ιταλίας στον διακινούμενο όγκο φορτίων ετησίως, μετά τον λιμένα της Γένοβας. Στη διαδρομή αντιλήφθην ότι ο μικρός μου γιος είχε γίνει αχώριστος με την καπετάνισσα με εξέπληξε παράξενα πως και συμβαίνει αυτό διότι συνήθως ο μικρός  δεν ξεκολλούσε από την μητέρα του.
Περνώντας οι μέρες συνειδητοποίησα ότι είχαν μια ισχυρή χημεία μεταξύ τους.
--Δεν σου φαίνεται ότι ο γιος μας πουλάει συνέχεια, που τον χάνεις και όλο από πίσω από την καπετάνισσα βρίσκεται;
--Βλέπω ότι μας αφήνει κάμποσες στιγμές μόνους, μου είπε με τρυφερό χαμόγελο γεμάτο υπονοούμενα το γλυκό μου ταίρι.
Η σύζυγος μου με χαριτωμένη και τσαχπίνικη άνεση γινόταν σκανδαλιάρα, εξαίσια.
Η κυρία Σοφία κυριολεκτικά τον τυραννούσε και τον βασάνιζε παίζοντας μαζί του, έβαζε συνήθως τα κλάματα ο μικρός εγώ εξοργιζόμουν, αλλά δεν έλεγε να ξεκολλήσει από την αγκαλιά της. Η καθημερινή επαφή μας έκανε μια οικογένεια, η καπετάνισσα ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, υπήρχε μια μεγάλη κινητήρια δύναμη μέσα της, γυναίκα με  δυναμισμό και ζωντάνια. Δεν ήταν καμιά ελαφρόμυαλη κοσμική, αλλά μια δυναμική περήφανη γυναίκα, γλυκιά και ευγενική ιδιοσυγκρασία.
Είχαμε άφθονο ελεύθερο χρόνο και οι συζητήσεις μας ήταν ατέλειωτες, ταυτόχρονα με αρκετές οικογενειακές εξόδους στην πόλη, η οποία επαφή έφερε στο προσκήνιο μια σοβαρή και εγκάρδια σχέση να μας διευθύνει στην καθημερινότητα μας.
Μια δυο φόρες επισκεφτήκαμε και την γειτονική πόλη τις φημισμένες Συρακούσες.
Στο σκέψη μου πριν την επίσκεψη κυριαρχούσε το ένδοξο και λαμπρό ελληνικό παρελθόν της. Ένοιωσα μια μικρή πικρή απογοήτευση συναντώντας μια σημερινή κλασσική μεσογειακή πόλη του νότου.
Συρακούσες, πόλη και λιμένας της Ιταλίας, στη νοτιοανατολική ακτή του νησιού της Σικελίας. Η παλαιά πόλη βρίσκεται στο νησί Ορτυγία, που χωρίζεται από ένα κανάλι από την ηπειρωτική χώρα. Στην αρχαιότητα οι Συρακούσες ήταν η μεγαλύτερη και ισχυρότερη πόλη στη Σικελία. Τα μνημεία της παλαιάς πόλης περιλαμβάνουν ένα ελληνικό θέατρο σκαλισμένο σε βράχο, χωρητικότητας ενός ακροατήριου δέκα πέντε χιλιάδες ατόμων, ένα ρωμαϊκό αμφιθέατρο, το μεγάλος βωμό του Ιέρωνα του δεύτερου, και η ακρόπολη που κτίστηκε από τον Διόνυσο το νεώτερο νωρίς στον τέταρτο αιώνα  π.χ.
Οι άποικοι από την ελληνική πόλη  Κόρινθο, ίδρυσαν τις Συρακούσες στα 734  π.χ.
Η αρχική εγκατάσταση έγινε στη νήσο Ορτυγία και επεκτάθηκε σύντομα στην ηπειρωτική χώρα.
Οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τις Συρακούσες σε 212  π.χ., αν και η υπεράσπισης της πόλης ήταν ενισχυμένη από τις αμυντικές μηχανές του μεγάλου έλληνα εφευρέτη Αρχιμήδη.
Οι μέρες κυλούσαν ήταν ημέρες ηρεμίας, ξενοιασιάς, αγάπης και έρωτα.
 Η κυρία Σοφία αναχώρησε για την πατρίδα μονάχη της αρκετές ημέρες πριν από τον απόπλου του πλοίου, ακλουθώντας αντίστροφα την διαδρομή άφιξης. Πιθανώς να είχε κάποια φοβία με τα αεροπλάνα, σκέφτηκα.
Μας χαιρέτισε κρυφά από τον γιο μου. Τελικά δεν το αποφύγαμε το δράμα. Απελπισμένα αναζητούσε την  «Φοφία» του όπως την αποκαλούσε και όσο δεν την εύρισκε τόσο μαράζωνε και έκλαιγε. Χρειάστηκε μεγάλη υπομονή να το ξεπεράσει.
Πέρασε ο καιρός η φόρτωση έφτανε στο τέλος της αναχώρησε και η σύζυγος  μου με το αεροπλάνο, μέσω Ρώμης. Τρεις ημέρες καθυστέρηση και ταλαιπωρία στη Ρώμη λόγο απεργίας του προσωπικού των αερογραμμών της  Αλιτάλια.
Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο με ρώτησε αν έχω να προσθέσω τίποτα για το άνετο και χωρίς ταλαιπωρία ταξίδι που της πρότεινα
--Ουδέν σχόλιο, απάντησα.
Η φόρτωση έχει τελείωση και άρχισε η διαδικασία της αναχώρησης.
Το πλοίο έχει αποπλεύσει από τον ασφαλή θαλάσσιο  κόλπο του λιμένα ξεμακραίνοντας από την στεριά με πορεία νοτιοανατολική.
Βρισκόμαστε στη γέφυρα του πλοίου.  Δεξιά μας φαίνεται η Ορτυγία, άραγε πώς να ένοιωθαν οι πρώτοι Κορίνθιοι έποικοι φθάνοντας σ’ αυτή τη γη, αναρωτήθηκα.
Το φως του Ήλιου που βασίλευε αντανακλούσε στα μεγάλα τζάμια της γέφυρας. Σε λίγο ο ορίζοντας θα μοιάζει σαν να έχει πάρει φωτιά, και τα νερά της Μεσογείου να λάμπουν σαν λιωμένη λάβα στο ηλιοβασίλεμα.
--Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας του είπα.
Κάτι τον ανησυχούσε δεν υπήρχε αμφιβολία, τον γνώριζα πολύ καλά πλέον.
Αναρωτιόμουν αλλά δεν ήθελα να τον επηρεάσω να μιλήσει.
Περίμενα να είναι δίκη του η απόφαση να το κάνει.
Στο τέλος μιας κοπιαστικής ημέρας  για άλλη μια φορά άφηνε και πάλι τα αισθήματα του να ξεφύγουν από την ομίχλη του μυαλού του, οι εικόνες πάλευαν να αναδυθούν από τα βάθη της μνήμης, ανάμεσα στις εκατοντάδες ερωτήσεις που πλανιόνταν στο κεφάλι του σαν τα πυκνά γκρίζα σύννεφα. Μου διηγήθηκε την υπόλοιπη τραγική προσωπική του ιστορία, σαν απαγγελία.
«Υπάρχει μια αλήθεια μια πραγματικότητα ένα σκληρό γεγονός που παραμένει ξεκάθαρο μετά από εκείνο το απόγευμα με την τελική έκθεση του γιατρού της που περιελάμβανε αρκετά δυσάρεστα ευρήματα, τα μάτια του γιατρού δεν έλεγαν ψέματα, δεν ήταν γραφτό να ξεπεράσουν την καταιγίδα που έρχεται.
Την κοίταξε αργά συντετριμμένος προσπαθώντας να κρύψει την απέραντη θλίψη του, σκέφτηκε ότι η μοίρα είναι τρομερή μερικές φόρες.
Η σύζυγος ήθελε την αλήθεια την πραγματικότητα όσο σκληρά και άσχημα να είναι τα νέα που θα άκουγε, όχι λόγια που οι ασθενείς θέλουν ν’ ακούσουν, «ήθελε την αλήθεια που διαλύει όλες τις ψευδαισθήσεις»  με μια έκφραση που δεν χρειαζόταν εξωραϊσμούς ούτε υποσημειώσεις, ήταν έτοιμη.
Φεύγοντας από το ιατρείο σιωπηλά τον παρεκάλεσε να περάσουν από το κοιμητήριο. Επήρε μερικά φρέσκα λουλούδια επήγε γονάτισε και τα απέθεσε στον τάφο του γιου της, εκεί έκλεισε τα υγρά της μάτια και άφησε τα δάκρυα να τρέξουν ελεύθερα.
Σιγά σιγά τα δάκρυα σταμάτησαν και ανέκτησε τον έλεγχο του εαυτού της, σκούπισε το πρόσωπο της, είπε μέσα της μια προσευχή , έπρεπε να φανεί δυνατή και πάλι, και κίνησε ανάμεσα από τις ταφόπλακες, αμίλητη γύρισε στο αυτοκίνητο οπού τον συνάντησε. Καθόταν ακίνητος ανήμπορος να την παρηγορήσει.
Έτσι φέρονταν χρόνια τώρα πενθούσαν χωριστά, δεν τα κατάφερναν στις εκδηλώσεις των νεκροταφείων, απλώς τα μάτια τους αντάμωσαν με κατανόηση και κοινή θλίψη. Είναι αυτές η στιγμές που ένα θρίλερ είναι η ζωή, άγρια και τρομακτική.
Έχοντας από χρόνια επιβίωση ψυχικά από το πρόωρο θάνατο του γιού του αντιμετώπιζε σήμερα τον αργό χαμό της γυναίκας του.
Για μια στιγμή προσπάθησε να φανταστεί τη ζωή χωρίς σύζυγο του, αντίκρισε ένα γκρίζο κενό, σαν έναν συννεφιασμένο ουρανό.
Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή χωρίς την σύζυγο του
Κάπου είχε διαβάσει. «Η ζωή είναι δώρο, η ζωή είναι ευλογία.» Έτσι απλά.
Είχε μάθει μόνο να προβλέπει και να αντιμετωπίζει τις καταιγίδες στους ωκεανούς, αυτή η καταιγίδα η σημερινή τον ξεπερνούσε.»
Ζωντάνεψε ξαφνικά, με κοίταξε, ράγισε η καρδιά μου.
Αδυνατούσα να το πιστέψω.
Μείναμε αμίλητοι ο καθένας βυθισμένος στις δίκες του σκέψεις, ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν ήταν ο σταθερός ρυθμός από τα κυλιόμενα εμβολα των μηχανών που αντανακλούσε ο ρυθμός τους στην καπνοδόχο του πλοίου και από εκεί στο εξωτερικό περιβάλλον.
Προσπαθώ να αντιληφθώ την ζωή από την οπτική μιας γυναίκας που βλέπει ότι όλες οι νεανικές της φιλοδοξίες καταρρέουν σκληρά.
Χάνει με τον πιο τραγικό τρόπο το λατρεμένο παιδί της σε τρυφερή ηλικία.
Και όταν με τα χρόνια συνέρχεται από το τρομερό και αδυσώπητο κτύπημα της μοίρας, μαθαίνει το δικό της σκληρό πρόβλημα.
Αναρωτιόμουν αν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό το βελούδινο πρόσωπο που γνώρισα να κρύβει τόση δύναμη από ατσάλι μέσα του.
Ποτέ της δεν μας έδειξε το τραγικό της δράμα.
Υπάρχουν μερικοί θεολόγοι που ισχυρίζονται ότι η κόλαση δεν είναι ένας τόπος, αλλά μια ψυχική κατάσταση.
Κάνουν λάθος
Η κόλαση είναι εδώ μαζί μας,  κρυμμένη στα βάθη της ψυχής μας.

Δύο χρόνια νωρίτερα.

Ήταν Σαββάτο και είχα ξυπνήσει από νωρίς.
Υπήρχαν πολλά που μπορούσα να σκεφτώ, αλλά όχι και πολλά να κάνω τόσο νωρίς το πρωί. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο μου το φωτεινό πρωινό πίνοντας τον στιγμιαίο εσπρέσο καφέ μου. Στο γρασίδι στα παρτέρια της απέναντι πλατείας και στο μεγάλο εξωτερικό περίβολο με τις ακακίες και τις μουριές της  μικρής παλαιάς αναπαλαιωμένης εκκλησίας του αϊ Γιάννη αναδυόταν υδρατμοί από την πρωινή φθινοπωρινή υγρασία, και εγώ είχα καλή διάθεση.  Ήταν υπερβολικά ήσυχα, οι πρώτοι πιστοί περπατούσαν νωχελικά προς την είσοδο του εσωτερικού περίβολου της εκκλησίας με τα πανύψηλα κυπαρίσσια και τα μεγάλα πεύκα. Ανυπομονούσα  να σηκωθεί και η υπόλοιπη οικογένεια για να προγραμματίσουμε κάποια έξοδο  του Σαββάτου αργότερα.
Ήμουν βαθειά απορροφημένος, να παρατηρώ  έναν στιλπνό κατάμαυρο κότσυφα με κεχριμπαρένιο ράμφος και κίτρινα σκούρα πόδια, στο μεγάλο πεύκο στην ανατολική αυλή της θείας Μαρίας που υψωνόταν απέναντι ακριβώς από το παράθυρο μας . Ο κότσυφας καθαριζόταν χώνοντας το ράμφος του στις φτερούγες του και στο στήθος του. Αναρωτιόμουν που να ήταν το ταίρι του, γιατί ο μεγάλος μου ο γιος μου με είχε πληροφορήσει ότι ένα ζευγάρι κοτσύφια έχουν την φωλιά τους στο απέναντι πεύκο, όταν κτύπησε το τηλέφωνο.
Από την άλλη άκρη μια γνώριμη φωνή.
Ήταν ωραίο να ακούω την φωνή του καπεταν Στέφανου τόσο εύθυμη. Μας καλούσε στο εξοχικό τους στα Βασιλικά της Χαλκίδας για Σαββατοκύριακο.
Είχα να τον δω αρκετές εβδομάδες και με χαροποίησε έντονα το γεγονός να έχουμε την ευκαιρία ξανασυναντηθούμε πάλι.
Τελικά το τηλεφώνημα αποδεδείχθηκε ένα  θεόσταλτο κάλεσμα  που μας έδινε λύση στο  πρόγραμμα της εξόδου το Σαββάτο.
Με ρώτησε αν δέχομαι την πρόσκληση.
Στεκόμουν με το ακουστικό στο χέρι και γελούσα, ακουγόταν πολύ καλό.  Δεν ήταν ανάγκη να το σκεφτώ. Του είπα στον πιο φιλικό τόνο ότι είναι μια θαυμάσια πρόσκληση και δίκη μου επιθυμία είναι να ξαναβρεθούμε, σε μερικές ώρες θα βρισκόμαστε στα Βασιλικά της Χαλκίδας στο εξοχικό τους.
Έκλεισα χαμογελώντας.
Στράφηκα και κοίταξα έξω από το παράθυρο ο κότσυφας δεν στεκόταν εκεί, είχε φύγει  δεν τον έβλεπα στο πεύκο,  δυο γκριζωπές δεκαοχτούρες σκάλιζαν το χώμα ψάχνοντας για την τροφή τους  κάτω από το την συκιά δίπλα στο πεύκο.
Γνωριζόμαστε με τον καπεταν Στέφανο ένα χρόνο τώρα.
Δεν μπορώ να πω ότι είμαστε κολλητοί. Αν και είναι η διάφορα στην ηλικία, υπάρχει μια φιλία που στηρίζεται στην ειλικρίνεια την ευθύτητα και στην άψογη συνεργασία που είχαμε στο τελευταίο μπάρκο μας. Μας αρέσει να μιλάμε με τις ώρες για τις ναυτικές μας ιστορίες.
Θυμήθηκα την τελευταία  φορά που τον είχα δει. Στο διαμέρισμα τους  σ’ ένα παράπλευρο δρόμο στην Κυψέλη. Ένα μεγάλο ρετιρέ με ευρύχωρο σαλόνι στο χρυσαφί μπεζ χρώμα επιπλωμένο με έπιπλα από την μακρινή άπω ανατολή. Σχεδόν τα πάντα μέσα στο σαλόνι είχαν ταξιδέψει μαζί του από την Κίνα στην Ελλάδα, γέμιζαν ασφυκτικά τον μεγάλο χώρο. Έπιπλα σκαλισμένα περίτεχνα με ανατολίτικη επιμέλεια, κομμάτια σημαντικά.  Ακόμη και τα φωτιστικά οροφής απόπνεαν κινέζικη τεχνοτροπία. Δεν  με ενθουσίαζε αυτός ο τύπος της διακόσμησης, προτιμώ λιτές απλές γεωμετρικές γραμμές στο χώρο.
Η σύζυγος μου έχει μια πολύ φινετσάτη αίσθηση με την διακόσμηση γενικά, φεύγοντας την άκουσα να μου λέει. «Στοιβαγμένος με πολλά κομψά έπιπλα, σε βαθμό υπερβολής, ο χώρος παρουσίαζε τόσο άκομψο αποτέλεσμα.»
Η εικόνα που έχω στο μυαλό με τον καπεταν Στέφανο από την τελευταία μας συνάντηση είναι καθισμένος στη μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα του σαλονιού, στην πλαϊνή πλάτη της πολυθρόνας έχει αναρριχηθεί η κόρη του μια εικοσιπεντάχρονη όμορφη καστανόξανθη γυναικεία παρουσία με υποψία από διάσπαρτες αμυδρές φακίδες στο πρόσωπο της, να γέρνει συνεχώς τρυφερά επάνω του. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος δεσμός μεταξύ τους, ήταν ορατό ότι τον αντιμετώπιζε με μια τρυφερή προσέγγιση. Ο καπεταν Στέφανος έδειχνε ξέγνοιαστος χαρούμενος. Και η κόρη του τα ίδιο. Τον παρατήρησα να προσηλώνεται στο πρόσωπο της, σαν να ήθελε να αφομοιώσει τα χαρακτηριστικά της να φωτογραφίσει την εικόνα της.
Η κυρία Σοφία τους κοιτούσε με ικανοποίηση, στο βλέμμα της υπήρχε ένα χαμόγελο αγνής και αβίαστης ευθυμίας. Ένοιωθε στ’ αλήθεια ευχάριστα που τα πήγαιναν τόσο καλά ο πατέρας με την κόρη. Νοιαζόταν για εκείνους.
Ο μεγάλος μου γιος είχε ήδη ξυπνήσει είχε πάρει την θέση μου στο κρεβάτι δίπλα στην μαμά του γουργουρίζοντας νυσταγμένα όταν τους μετέφερα την πρόσκληση.
-«Μπινγκο» αναφώνησε.
--Θα δούμε τις πέρδικες τους φασιανούς και τα παγώνια.
Ανέλαβα να ξυπνήσω τον μικρό μας γιο. Συνήθως μαζί του είχαμε ένα δύσκολο πρωινό ξύπνημα , σήμερα πιστεύω  όταν του αναγγείλω  που λογαριάζουμε να πάμε έξοδο για το Σαββάτο μας θα τον χαροποιήσει ιδιαίτερα δεν θα έχουμε παιδικές μουρμούρες. Η κυρία «Φοφία» παρέμενε, μεγάλη αδυναμία του.
Περνώντας από την Χαλκίδα σκέφτηκα πέρα από το παραδοσιακά εθιμοτυπικά που συνηθίζεται να προσφέρουμε γλυκά στους οικοδεσπότες να πάρω μερικά φρέσκα ψαριά  από την τοπική πλούσια στο είδος των θαλασσινών αγορά, τα ψάρια ήταν η αδυναμία του καπεταν Στέφανου.
Η σύζυγος με απέτρεψε, δεν το θεωρούσε σωστό.
--Προσβάλλεις τους οικοδεσπότες, τους ανθρώπους που σε καλούν μου είπε. Εάν ήσουν ψαράς έστω ερασιτέχνης και τα είχες ο ίδιος ψαρέψει το καταλαβαίνω, αλλά όχι να πάρεις ψάρια της αγοράς να προσφέρεις σε μια φιλική επίσκεψη.
Μάλλον είχε δίκιο ως συνήθως. Αυτό δεν το έχω καταλάβει ακόμη και σήμερα πως γίνεται να καταλήγουμε πάντα ότι έχει δίκιο.
Αφήνοντας πίσω μας την Χαλκίδα γυρίζουμε αριστερά με κατεύθυνση βορειοδυτική για να πάρουμε τον τοπικό δρόμο που οδηγεί στα Βασιλικά.
Ακλούθησα τον παραλιακό δρόμο περνώντας μέσα από την Νέα Αρτάκη, μετά την έξοδο οδηγούσα αργά προσεκτικά μέσα από τους τοπικούς δρόμους, η προσοχή μου εντάθηκε, δεν είχα καμία διάθεση να χάσω και να ψάχνω πάλι να βρω την διασταύρωση του δρόμου που οδηγούσε στο σπίτι τους όπως απρόσμενα μας συνέβη στην τελευταία μας επίσκεψη.
Αριστερά απλώνεται ο βόρειος ευβοϊκός κόλπος, υπάρχουν πολλά σταθμευμένα αυτοκίνητα στις παραλίες, είχε αρκετούς λουόμενους στις αμμουδιές.  Η ημέρα ήταν απροσδόκητα ζεστή σχεδόν καλοκαιρινή για την εποχή. Μια αύρα έρχεται από την μεριά της θάλασσας. Συνήθως πετούσαν γλάροι στην περιοχή, σήμερα δεν φαίνεται τίποτα.
Μπροστά μας σε έναν μεγάλο εγκαταλειμμένο μεταφορικό ιμάντα, ένα γιγάντιο πανό διαμαρτυρίας μεταφέρει στους περαστικούς τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στο βιομηχανικό συγκρότημα της περιοχής «Σκαλιστήρι». Άκουσα στις είδησης τω οκτώ ότι έχουν βάλει λουκέτο οι μονάδες παράγωγης για βιομηχανικά πυρότουβλα, πολλοί εργαζόμενοι έμειναν άνεργοι, γενικά η ευρεία περιοχή έχει μεγάλο πρόβλημα ανεργίας αυτή την εποχή.
Περάσαμε μέσα από τον επαρχιακό δρόμο όπου αφήσαμε πίσω μας μερικά σπίτια δεξιά και αριστερά  τριγυρισμένα με φράκτες.
Είχαμε σταματήσει μπροστά στην είσοδο, όταν η καπετάνισσα βγήκε να μας ανοίξει την κεντρική εξώπορτα του κτήματος. Είχε μια ακτινοβολία που δήλωνε πως ήξερε πώς να διοχέτευση την ενεργεία της. Μας κοίταξε,  ποτέ μου δεν αντίκρισα μέσα στα ματιά της τη φλόγα που επρόκειτο να σβήσει. Ο μικρός κατέβηκε πρώτος από το αυτοκίνητο και σίφουνας χώθηκε στην αγκαλιά της καπετάνισσας με το πρόσωπο του να χαμογέλα σαν Ήλιος, αυτή τον έσφιξε δυνατά μέχρι που τον πόνεσε.
Ο καπεταν Στέφανος με την αγροτική του ενδυμασία, οδηγούσε το μικρό τρακτέρ του, όργωνε ένα τμήμα από το κτήμα, ο μεγάλος μου γιος έτρεξε κοντά του με το σκύλο να τρέχει πιο πίσω, ένας γερμανικός ποιμενικός γιγαντόσωμος.
Μας κούνησε το χέρι σ’ έναν χαιρετισμό και συνέχισε να τελειώσει το όργωμα.
Μπρος από τον περίβολο του σπιτιού στην πλακόστρωτη αυλή υπήρχε μεγάλη πέργκολα με κληματαριά που έριχνε τον ίσκιο της στα παρτέρια με τα λουλούδια.
Η οικοδομή ήταν κτισμένη ακριβώς στο κέντρο ενός κτήματος έξι στρεμμάτων.
Εμπρός υπήρχε ο αγροτικός δρόμος, στη συνέχεια μια λωρίδα από χέρσα χωράφια εκατό μετρά περίπου πλάτος τέλειωνε στην όμορφη αμμουδιά του βόρειου ευβοϊκού κόλπου. Στο πίσω μέρος  πέρα από το φράκτη απλώνετε πράσινος αγρός με μερικά μικρά κτήματα από ελιές και στο βάθος ξεκινούσε το δασύλλιο με τη χαμηλή βλάστηση από πουρνάρια και συνέχιζε σε πευκόφυτο λόφο. Η ζέστη της ημέρας πύρωνε το χώμα δημιουργώντας την εντύπωση πως οι ελιές χορεύουν στον ακίνητο αέρα. Χωριζόταν σε δυο ανεξάρτητες μεζονέτες η ανατολική ήταν η δική τους. Η δυτική άνηκε σε πολύ στενό τους οικογενειακό πρόσωπο μαζί με το μισό κτήμα,. Η διαχείριση του κτήματος ήταν κοινή. Ο πρώτος όροφος ήταν η  κυρία είσοδος, ένα τεράστιο σαλόνι με λιτή επίπλωση και ένα μεγάλο τζάκι να καταλαμβάνει το βάθος του χώρου. Ακλουθούσε η υπερυψωμένη τραπεζαρία με την κουζίνα και η εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια του ορόφου.
--«Αυτό δεν έχει σχέση με το μουσείο της Αθήνας», είχε κριτικάρει με ψιθυριστή φωνή η σύζυγος την πρώτη φορά που τους είχαμε επισκεφτεί και πάλι.
Στο χώρο στάθμευσης αντίκρισα και το τζιπ που είχε παραγγελθεί στη Γερμανία και το είχε παραλάβει την τελευταία εβδομάδα, διπλά στο αυτοκίνητο της συζύγου.
Ο τόπος προσέλκυε αγοραστές χάρης στην κοντινή του απόσταση από την Αθήνα και το φυσικό του κάλλος. Η ανοικοδόμηση ήταν ραγδαία στην περιοχή, και μάλιστα με κτίσματα όχι πάντα όμορφα.
Με την σύζυγο μου υπήρχε σιωπηρή δέσμευση, δεν γνωρίζουμε τίποτα για θέμα υγείας της καπετάνισσας.
Η γυναίκες ασχολήθηκαν κουβεντιάζοντας με τον δικό τους τρόπο που ξέρουν.
Ο καπεταν Στέφανος τακτοποίησε το τρακτέρ στο υπόστεγο της αποθήκης και ξεκίνησε με του γιους μου να τρέχουν ξοπίσω του στο πίσω μέρος του κτήματος στα κτίσματα με τα ορτύκια τις κότες και τις πέρδικες που συντηρούσε. Είχε φτιάξει και μικρό εκκολαπτήριο, περίμενε να βγουν οι νεοσσοί πολύ σύντομα.
Τους εξηγούσε όλα τα σχετικά με την εκτροφή, ο μεγάλος τον άκουγε με ευλάβεια. Ο εξάχρονος μεγάλος μου γιος ήταν μυημένος από τον παππού του σε πολλά μυστικά από την ζωή της υπαίθρου  με τα ζώα και τα πτηνά και το ενδιαφέρον του γι’ αυτό το αντικείμενο ήταν μοναδικό. Ακολούθως ακροβολιστήκαν στα γύρω δέντρα να τους δείξει φωλιές πουλιών που είχε ανακαλύψει, τους εξηγούσε με σχετικές ιστορίες.
Τους ακλουθούσα, στην φλυαρία τους.
Μας άφησε στην περιπλάνηση μας ανάμεσα στις ελιές και επέστρεψε στο σπίτι να κάνει το μπάνιο του και να ετοιμάσει τη φωτιά για το μπάρμπεκιου.
Τα κρέατα τα είχε ετοιμάσει από το βράδυ, τα πικάντικα ήταν η αδυναμία του.
Θυμάμαι ένα πρωινό τις πρώτες μας ημέρες στο πλοίο, άκουσα έναν προειδοποιητικό ήχο να διαχέεται από το γραφείο του. Μου κίνησε την περιέργεια τι να συμβαίνει, τι είναι αυτός ο ήχος. Τον βρήκα που μετρούσε την πίεση του με το ηλεκτρονικό μαραφέτι. Το μεσημέρι έριξε μια κουταλιά της σούπας πιπέρι στο φαγητό του και το ένα τέταρτο την συσκευασία του ταμπάσκο. Την άλλη μέρα θα μετρούσε και πάλι την πίεση του. Τόσο απλά.
Επιστρέφοντας αισθάνθηκα τις μυρωδιές από τα ψητά και τη φρεσκοψημένη πίττα.
Επιτεθήκαμε στα ορεκτικά και στο ψητό με διάθεση.
Ο καπετάνιος ως συνήθως είχε διάθεση για φλυαρία και εκείνη την ημέρα, γεμίζοντας τα ποτήρια μας με δροσερή κεχριμπαρένια ρετσίνα.
Έκανε μερικές σιωπηλές παύσεις και συνέχιζε την εξιστόρηση μέχρι να ξετυλίξει ολόκληρο το κουβάρι της μνήμης του.
Η σύζυγος μου μας διηγήθηκε την πρώτη της εμπειρία της γνωριμίας με την καπετάνισσα. «Έχουμε κατέβει στο ναυτιλιακό γραφείο στον Πειραιά για τις τελευταίες διατυπώσεις του ταξιδιού μας στην Ιταλία με το αυτοκίνητο της κύριας Σοφίας. Επιστρέφοντας διασχίζαμε την Κολοκοτρώνη ακλουθώντας ένα μεγάλο φορτηγό το οποίο ξαφνικά στάθμευσε αναβοσβήνοντας τα φώτα πορείας του για να ξεφορτώσει. Η καπετάνισσα του έβαλε τις φωνές ότι δεν μπορεί να κλίνει έτσι απροειδοποίητα τον δρόμο. Ο φορτηγατζής ειρωνικά της λέει «Τι μου φωνάζεις κυρία μου δεν πας στο σπίτι σου να πλύνεις τα πιάτα σου, για φαντάσου που θέλεις και να οδηγείς.» Κατέβηκε από το αυτοκίνητο άγρια θάλασσα, ο φορτηγατζής για να γλυτώσει την οργή της ανέβηκε στο φορτηγό και ξεκίνησε για το γύρο του τετραγώνου. Εγώ σοκαρίστηκα και προσπαθούσα να κρυφτώ χαμηλά στο κάθισμα του συνοδηγού, λέγοντας «Θεέ μου βοήθησε μας». Τελικά μάλλον  ο φορτηγατζής χρειαζόταν τη βοήθεια του όπως αποδείχτηκε.»
Θυμηθήκαμε τόσα πολλά, ήταν λες και ο αέρας της Σικελίας είχε μπει στο αίμα μας.
Μια ευχάριστη μέρα, από αυτές που απολαμβάνεις, και νοιώθεις μια αίσθηση χαλάρωσης παρέα με ανθρώπους που εκτιμάς.
Ο σοφός παππούς μου έλεγε «Δεν έχει σημασία πόσο γεμάτη είναι η ζωή σου, δεν έχει σημασία πόσο στριμωγμένος είσαι, γιατί πρέπει να ξέρεις – πάντα θα υπάρχει λίγος χρόνος για δυο μπύρες με φίλους --»
Αργά το σούρουπο τους ευχαριστήσαμε θερμά για την φιλοξενία και αναχωρήσαμε πολύ θα το θέλαμε να μείνουμε για διανυκτέρευση που μας πρότειναν αλλά πρέπει να επιστρέψουμε.

---------------

Η θλίψη ήταν εκκωφαντική και μου έκλεψε ότι είχε απομείνει από την σκέψη. Η μνήμη σταμάτησε να λειτουργεί.
Η καμπάνα στη μικρή εκκλησία σήμανε την απογευματινή ώρα.
Η καμπάνα σταμάτησε να κτυπά σα να είχε μαρμαρώσει. Ο απόηχος από τον τελευταίο ήχο αιωρήθηκε και έσβησε στον αέρα.
Ο αγέρας ούρλιαξε ξανά, χωρίς ανάσα, κυνηγώντας την σιωπή.

---------------

Τον είδα ξανά, όχι δεν ήταν το πρόσωπο που είχα γνωρίσει.
Φαινόταν τρομερά εύθραυστος.
Η έκφραση στο πρόσωπο του ήταν έκφραση πένθους και θλίψης. Είχε οριστικά χαθεί η έκφραση της ήρεμης αποφασιστικότητας.
Ξεκίνησε πολύ σύντομα να την συναντήσει.
Έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι, χάραξε πορεία στο χάρτη για την ύστατη γαλήνη.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button